Τα νεογέννητα από πολύ νωρίς, ακόμα και τα έμβρυα ανταποκρίνονται πολύ θετικά στα φωνητικά στοιχεία της ανθρώπινης φωνής. Στις τρεις ημέρες από τη γέννηση τους, μάλιστα, τα βρέφη μπορούν να ξεχωρίσουν τη φωνή της μητέρας τους από τη φωνή των ξένων. Έχει διαπιστωθεί ότι τα βρέφη διεγείρονται και προτιμούν τις φωνές, οι οποίες έχουν υψηλό τόνο, ενώ ηρεμούν με ήχους χαμηλών τόνων. Έτσι, οι μητέρες, όταν απευθύνονται στα μωρά τους, ασυνείδητα διαμορφώνουν τη φωνή τους ανάλογα με την περίσταση, παράγοντας το λεγόμενο «μητρικό λόγο».
Η γλώσσα του σώματος των παιδιών μπορεί να ερμηνευθεί πιο εύκολα από αυτή των μεγαλύτερων, σε ηλικία, ανθρώπων, διότι οι ενήλικες έχουν λιγότερο μυϊκό τόνο στο πρόσωπο. Η ταχύτητα ορισμένων χειρονομιών και το πόσο ξεκάθαρα εμφανίζονται στους άλλους έχει επίσης σχέση με την ηλικία του ατόμου. Για παράδειγμα, αν ένα πεντάχρονο παιδί πει ένα ψέμα, είναι πολύ πιθανό να καλύψει αμέσως μετά το στόμα του με το ένα ή και τα δύο χέρια.
Αναλυτικότερα, τα βρέφη από την αρχή της ζωής τους διαθέτουν μια σειρά ήχων στους οποίους κωδικοποιούνται οι στοιχειώδεις βασικές τους ανάγκες. Η πείνα, ο θυμός και ο πόνος είναι από τις πρώτες καταστάσεις που το βρέφος μπορεί να εκφράσει με μορφή κλάματος. Αναμφίβολα, το κλάμα θεωρείται βασικός μηχανισμός επιβίωσης, αφού με τον τρόπο αυτό το βρέφος από την αρχή της ζωής του μπορεί να διεγείρει τη μητρική φροντίδα. Αργότερα, στη ζωή του βρέφους εμφανίζονται και οι ήχοι που εκφράζουν θετικές συναισθηματικές καταστάσεις και συνοδεύουν το χαμόγελο και το γέλιο. Αναμφίβολα, η γλώσσα του σώματος στα βρέφη προσελκύει τον ενήλικο και τον επιβραβεύει, ώστε να συνεχίζει να τα φροντίζει.
Χαρακτηριστικά, τα παιδιά ηλικίας 12 μηνών σταματούν να κλαίνε όταν δεν είναι κανείς τριγύρω να τα ακούσει, ενώ κλαίνε υπερβολικά όταν κάποιος τα ακούει, για να πετύχουν το σκοπό τους. Η πρώτη μη τυχαία οπτική επαφή επιτυγχάνεται γύρω στις 3,5 εβδομάδες. Χαρακτηριστικές είναι οι χορογραφίες οι οποίες εκτυλίσσονται μεταξύ μητέρας και βρέφους κατά τη διάρκεια ενός καλού και ήρεμου θηλασμού. Τα σώματα της μητέρας και του βρέφους κινούνται ρυθμικά, ακολουθώντας τους ρυθμούς της ομιλίας της μητέρας, ενώ ταυτόχρονα ανταλλάσσονται χάδια, χαμόγελα και έντονα παρατεταμένα βλέμματα. Οι συγχρονισμένες και αρμονικές αυτές κινήσεις των σωμάτων βοηθούν στο να αναπτυχθούν περισσότερα θετικά συναισθήματα μεταξύ μητέρας και βρέφους, ισχυροποιώντας τα ήδη υπάρχοντα.
Είναι χαρακτηριστικό πως τα βρέφη χρησιμοποιούν πολύ το σώμα τους, προκειμένου να εκφράσουν μία επιθυμία τους. Για παράδειγμα, ένα βρέφος μπορεί ν’ αναζητάει απεγνωσμένα το στήθος της μητέρας του ή να προσπαθεί ν’ απαλλαγεί από μια υγρή πάνα. Αντίθετα, όταν τα παιδιά ζωγραφίζουν, το πάνω μέρος του σώματός τους είναι γερμένο στο τραπέζι, το κεφάλι τους σκυμμένο, οι ώμοι τους κατεβασμένοι και η έκφραση του προσώπου τους ήρεμη. Ενώ δαγκώνουν το πάνω χείλος του στόματός τους, τα μάτια τους μετατοπίζονται από το μαρκαδόρο στη ζωγραφιά τους.
Επίσης, όταν ένα βρέφος απλώνει το χέρι του προς τα πάνω με ανοιχτή παλάμη προσπαθεί να δείξει ότι θέλει να επικοινωνήσει ή αντίθετα, σφίγγει τη γροθιά του για να δείξει ότι είναι δυσαρεστημένο. Ωστόσο, η γλώσσα του σώματος που φανερώνει στενό δεσμό αρχίζει να υποχωρεί όταν ένα νήπιο μάθει να μιλάει ή πάει στο σχολείο. Πολλά παιδιά μάλιστα, σταματούν να αποζητούν τη σωματική επαφή, από την ηλικία των πέντε ετών, καθώς δε χαμογελούν πια, όπως πριν.
Σύμφωνα με τον Malatesta, τα βρέφη διαθέτουν εκ γενετής όλες τις αυθόρμητες συναισθηματικές εκφράσεις, οι οποίες όμως ωριμάζουν σταδιακά. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι εκφράσεις στα παιδιά δεν ωριμάζουν πλήρως πριν από την ηλικία των δύο ετών. Χαρακτηριστικά, το γέλιο, το ενδιαφέρον, η θλίψη, η έκπληξη, και ο θυμός εμφανίζονται στους 4 περίπου μήνες , ενώ η έκφραση φόβου εμφανίζεται στους 6 μήνες. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ζωή τους, τα παιδιά μαθαίνουν επιπλέον, να χρησιμοποιούν τους κοινωνικούς κανόνες έκφρασης και να χειρίζονται τις υποκριτικές εκφράσεις. Στην ηλικία των 6 μηνών τα περισσότερα υγιή βρέφη διαθέτουν σχεδόν όλες τις εκφράσεις, αποτέλεσμα κυρίως της ωρίμανσης των εκ γενετής υπαρχόντων μηχανισμών. Στο τέλος του δεύτερου έτους, όμως, τα παιδιά έχουν να επιδείξουν μια πλήρη γκάμα των αυθόρμητων εκφράσεων, οι οποίες από την ηλικία αυτή και μετά δεν υφίστανται πλέον καμία αλλαγή.
Γενικότερα, οι κινήσεις των ματιών και του κεφαλιού ενός παιδιού δείχνουν ποια συλλογιστική οδό χρησιμοποιεί, ενώ οι κινήσεις και οι χειρονομίες δείχνουν με λεπτομέρεια την οργάνωση της σκέψης του και το περιεχόμενό της. Επιπρόσθετα, τα μάτια, τα φρύδια, το στόμα και τα χέρια του δείχνουν τι είδους συναισθήματα βιώνει. Ωστόσο, οι κινήσεις κάθε παιδιού δεν είναι πάντα ρεαλιστικές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ψεύδεται, αλλά πιθανότατα υπερβάλλει όταν μιλάει για το μέγεθος ενός αντικειμένου, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη σημασία που έχει γι αυτό, με αποτέλεσμα σημαντικά πράγματα ή πράγματα που συνοδεύονται από έντονα συναισθήματα να παρουσιάζονται μεγαλύτερα.
Οφείλει να επισημανθεί πως τα κωφάλαλα παιδιά συχνά, δυσκολεύονται να σχηματίσουν την έννοια και την εικόνα του σώματος τους, πού αρχίζει και πού τελειώνει, από τι πραγματικά αποτελείται και τι περιλαμβάνει. Η χρήση αντικειμένων, χειρονομιών ή νοημάτων επιτρέπουν στα παιδιά αυτά, να προσμένουν, αλλά και να συμμετέχουν σε μία δραστηριότητα και παράλληλα να εκφράζουν ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Οι γονείς τους ωστόσο, πρέπει να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τις απόπειρες του παιδιού να εκφραστεί, παρόλο που τα δείγματα επικοινωνίας που προσφέρει μπορεί να είναι ιδιαίτερα δυσανάγνωστα.
Σε ευρύτερο πλαίσιο, είναι σημαντικό να ειπωθεί πως παρουσιάζονται σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα ως προς τη μη λεκτική τους επικοινωνία. Σε πολλές περιπτώσεις, τα αγόρια επιτρέπεται να θυμώνουν περισσότερο απ’ ότι τα κορίτσια. Σημαντικό ρόλο, επίσης, παίζει και ο πολιτισμός. Για παράδειγμα, τα Γιαπωνεζάκια οφείλουν να κρύβουν την αναστάτωση τους πίσω από ένα χαμόγελο, σε μια ηλικία που για τα παιδιά των δυτικών κοινωνιών είναι φυσιολογικό ακόμα και το δημόσιο κλάμα.
| Όταν το παιδί… | Χαρακτηριστικός “τονισμός” μέσω των κινήσεων |
| Χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα προσφιλή σε αυτό λέξη, όπως «μαμά» ή «αγάπη» | Ανοιγοκλείνει τα μάτια στην αρχή και στο τέλος |
| Χρησιμοποιεί συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις, όπως «Θέλω αυτό» | Τίναγμα κεφαλιού, κίνηση των ματιών ή των χεριών, αλλά και των ποδιών |
| Χρησιμοποιεί ένα επίθετο που προσδιορίζει τις ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά μίας λέξης, π.χ. «μεγάλο, κόκκινο, μαλακό» | Τα μάτια ανοιγοκλείνουν διάπλατα |
| Αρχίζει μία σημαντική πρόταση | Μικρή αλλαγή θέσης |
| Κάνει παύση σε κάποιο σημείο της πρότασης, σαν να υπάρχει κόμμα | Γέρνει προς τα πίσω ή μπροστά |
| Τελειώνει μία πρόταση | Συνδυασμός κίνησης κεφαλιού και χεριού |
| Ρωτά κάτι | Τίναγμα κεφαλιού,ανασηκώνει τα φρύδια |
| Ολοκληρώνει τη σκέψη του, σαν να ολοκληρώνει μία παράγραφο | Απότομη κίνηση χεριού |
| Αναφωνεί | Μεγάλη αλλαγή στη στάση του, κουνάει τα πόδια και το σώμα |
| Σταματά να μιλάει | Δίνει το λόγο σε κάποιον, δείχνοντάς τον με το χέρι του και στρέφεται προς το μέρος του |
Μαρία Κρητικού, Εκπαιδευτικός

