Category Archives: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

«Η γλώσσα του σώματος στην παιδική ηλικία»

«Η γλώσσα του σώματος στην παιδική ηλικία»

Τα νεογέννητα από πολύ νωρίς, ακόμα και τα έμβρυα ανταποκρίνονται πολύ θετικά στα φωνητικά στοιχεία της ανθρώπινης φωνής. Στις τρεις ημέρες από τη γέννηση τους, μάλιστα, τα βρέφη μπορούν να ξεχωρίσουν τη φωνή της μητέρας τους από τη φωνή των ξένων. Έχει διαπιστωθεί ότι τα βρέφη διεγείρονται και προτιμούν τις φωνές, οι οποίες έχουν υψηλό τόνο, ενώ ηρεμούν με ήχους χαμηλών τόνων. Έτσι, οι μητέρες, όταν απευθύνονται στα μωρά τους, ασυνείδητα διαμορφώνουν τη φωνή τους ανάλογα με την περίσταση, παράγοντας το λεγόμενο «μητρικό λόγο».

Η γλώσσα του σώματος των παιδιών μπορεί να ερμηνευθεί πιο εύκολα από αυτή των μεγαλύτερων, σε ηλικία, ανθρώπων, διότι οι ενήλικες έχουν λιγότερο μυϊκό τόνο στο πρόσωπο. Η ταχύτητα ορισμένων χειρονομιών και το πόσο ξεκάθαρα εμφανίζονται στους άλλους έχει επίσης σχέση με την ηλικία του ατόμου. Για παράδειγμα, αν ένα πεντάχρονο παιδί πει ένα ψέμα, είναι πολύ πιθανό να καλύψει αμέσως μετά το στόμα του με το ένα ή και τα δύο χέρια.

Αναλυτικότερα, τα βρέφη από την αρχή της ζωής τους διαθέτουν μια σειρά ήχων στους οποίους κωδικοποιούνται οι στοιχειώδεις βασικές τους ανάγκες. Η πείνα, ο θυμός και ο πόνος είναι από τις πρώτες καταστάσεις που το βρέφος μπορεί να εκφράσει με μορφή κλάματος. Αναμφίβολα, το κλάμα θεωρείται βασικός μηχανισμός επιβίωσης, αφού με τον τρόπο αυτό το βρέφος από την αρχή της ζωής του μπορεί να διεγείρει τη μητρική φροντίδα. Αργότερα, στη ζωή του βρέφους εμφανίζονται και οι ήχοι που εκφράζουν θετικές συναισθηματικές καταστάσεις και συνοδεύουν το χαμόγελο και το γέλιο. Αναμφίβολα, η γλώσσα του σώματος στα βρέφη προσελκύει τον ενήλικο και τον επιβραβεύει, ώστε να συνεχίζει να τα φροντίζει.

Χαρακτηριστικά, τα παιδιά ηλικίας 12 μηνών σταματούν να κλαίνε όταν δεν είναι κανείς τριγύρω να τα ακούσει, ενώ κλαίνε υπερβολικά όταν κάποιος τα ακούει, για να πετύχουν το σκοπό τους. Η πρώτη μη τυχαία οπτική επαφή επιτυγχάνεται γύρω στις 3,5 εβδομάδες. Χαρακτηριστικές είναι οι χορογραφίες οι οποίες εκτυλίσσονται μεταξύ μητέρας και βρέφους κατά τη διάρκεια  ενός καλού και ήρεμου θηλασμού. Τα σώματα της μητέρας και του βρέφους κινούνται ρυθμικά, ακολουθώντας τους ρυθμούς της ομιλίας της μητέρας, ενώ ταυτόχρονα ανταλλάσσονται χάδια, χαμόγελα και έντονα παρατεταμένα βλέμματα. Οι συγχρονισμένες και αρμονικές αυτές κινήσεις των σωμάτων βοηθούν στο να αναπτυχθούν περισσότερα θετικά συναισθήματα μεταξύ μητέρας και βρέφους, ισχυροποιώντας τα ήδη υπάρχοντα.

Είναι χαρακτηριστικό πως τα βρέφη χρησιμοποιούν πολύ το σώμα τους, προκειμένου να εκφράσουν μία επιθυμία τους. Για παράδειγμα, ένα βρέφος μπορεί ν’ αναζητάει απεγνωσμένα το στήθος της μητέρας του ή να προσπαθεί ν’ απαλλαγεί από μια υγρή πάνα. Αντίθετα, όταν τα παιδιά ζωγραφίζουν, το πάνω μέρος του σώματός  τους είναι γερμένο στο τραπέζι, το κεφάλι τους σκυμμένο, οι ώμοι τους κατεβασμένοι και η έκφραση του προσώπου τους ήρεμη. Ενώ δαγκώνουν το πάνω χείλος του στόματός τους, τα μάτια τους μετατοπίζονται από το μαρκαδόρο στη ζωγραφιά τους.

Επίσης, όταν ένα βρέφος απλώνει το χέρι του προς τα πάνω με ανοιχτή παλάμη προσπαθεί να δείξει ότι θέλει να επικοινωνήσει ή αντίθετα, σφίγγει τη γροθιά του για να δείξει ότι είναι δυσαρεστημένο. Ωστόσο, η γλώσσα του σώματος που φανερώνει στενό δεσμό αρχίζει να υποχωρεί όταν ένα νήπιο μάθει να μιλάει ή πάει στο σχολείο.  Πολλά παιδιά μάλιστα, σταματούν να αποζητούν τη σωματική επαφή, από την ηλικία των πέντε ετών, καθώς δε χαμογελούν πια, όπως πριν.

Σύμφωνα με τον Malatesta, τα βρέφη διαθέτουν εκ γενετής όλες τις αυθόρμητες συναισθηματικές εκφράσεις, οι οποίες όμως ωριμάζουν σταδιακά. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι εκφράσεις στα παιδιά δεν ωριμάζουν πλήρως πριν από την ηλικία των δύο ετών.  Χαρακτηριστικά, το γέλιο, το ενδιαφέρον, η θλίψη, η έκπληξη, και ο θυμός εμφανίζονται στους 4 περίπου μήνες , ενώ η έκφραση φόβου εμφανίζεται στους 6 μήνες.  Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ζωή τους, τα παιδιά μαθαίνουν επιπλέον, να χρησιμοποιούν τους κοινωνικούς κανόνες έκφρασης και να χειρίζονται τις υποκριτικές εκφράσεις. Στην ηλικία των 6 μηνών τα περισσότερα υγιή βρέφη διαθέτουν σχεδόν όλες τις εκφράσεις, αποτέλεσμα κυρίως της ωρίμανσης των εκ γενετής υπαρχόντων μηχανισμών. Στο τέλος του δεύτερου έτους, όμως, τα παιδιά έχουν να επιδείξουν μια πλήρη γκάμα των αυθόρμητων εκφράσεων, οι οποίες από την ηλικία αυτή και μετά δεν υφίστανται πλέον καμία αλλαγή.

Γενικότερα, οι κινήσεις των ματιών και του κεφαλιού ενός παιδιού δείχνουν ποια συλλογιστική οδό χρησιμοποιεί, ενώ οι κινήσεις και οι χειρονομίες δείχνουν με λεπτομέρεια την οργάνωση της σκέψης του και το περιεχόμενό της. Επιπρόσθετα, τα μάτια, τα φρύδια, το στόμα και τα χέρια του δείχνουν τι είδους συναισθήματα βιώνει. Ωστόσο, οι κινήσεις κάθε παιδιού δεν είναι πάντα ρεαλιστικές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ψεύδεται, αλλά πιθανότατα υπερβάλλει όταν μιλάει για το μέγεθος ενός αντικειμένου, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη σημασία που έχει γι αυτό, με αποτέλεσμα σημαντικά πράγματα ή πράγματα που συνοδεύονται από έντονα συναισθήματα να παρουσιάζονται μεγαλύτερα.

Οφείλει να επισημανθεί πως τα κωφάλαλα παιδιά συχνά, δυσκολεύονται να σχηματίσουν την έννοια και την εικόνα του σώματος τους, πού αρχίζει και πού τελειώνει, από τι πραγματικά αποτελείται και τι περιλαμβάνει. Η χρήση αντικειμένων, χειρονομιών ή νοημάτων επιτρέπουν στα παιδιά αυτά, να προσμένουν, αλλά και να συμμετέχουν σε μία δραστηριότητα και παράλληλα να εκφράζουν ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Οι γονείς τους ωστόσο, πρέπει να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τις απόπειρες του παιδιού να εκφραστεί, παρόλο που τα δείγματα επικοινωνίας που προσφέρει μπορεί να είναι ιδιαίτερα δυσανάγνωστα.

Σε ευρύτερο πλαίσιο, είναι σημαντικό να ειπωθεί πως παρουσιάζονται σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα ως προς τη μη λεκτική τους επικοινωνία. Σε πολλές περιπτώσεις, τα αγόρια επιτρέπεται να θυμώνουν περισσότερο απ’ ότι τα κορίτσια. Σημαντικό ρόλο, επίσης,  παίζει και ο πολιτισμός. Για παράδειγμα, τα Γιαπωνεζάκια οφείλουν να κρύβουν την αναστάτωση τους πίσω από ένα χαμόγελο, σε μια ηλικία που για τα παιδιά των δυτικών κοινωνιών είναι φυσιολογικό ακόμα και το δημόσιο κλάμα.

Όταν το παιδί… Χαρακτηριστικός “τονισμός” μέσω των κινήσεων
Χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα προσφιλή σε αυτό λέξη, όπως «μαμά» ή «αγάπη» Ανοιγοκλείνει τα μάτια στην αρχή και στο τέλος
Χρησιμοποιεί συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις, όπως «Θέλω αυτό» Τίναγμα κεφαλιού, κίνηση των ματιών ή των χεριών, αλλά και των ποδιών
Χρησιμοποιεί ένα επίθετο που προσδιορίζει τις ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά μίας λέξης, π.χ. «μεγάλο, κόκκινο, μαλακό» Τα μάτια ανοιγοκλείνουν διάπλατα
Αρχίζει μία σημαντική πρόταση Μικρή αλλαγή θέσης
Κάνει παύση σε κάποιο σημείο της πρότασης, σαν να υπάρχει κόμμα Γέρνει προς τα πίσω ή μπροστά
Τελειώνει μία πρόταση Συνδυασμός κίνησης κεφαλιού και χεριού
Ρωτά κάτι Τίναγμα κεφαλιού,ανασηκώνει τα φρύδια
Ολοκληρώνει τη σκέψη του, σαν να ολοκληρώνει μία παράγραφο Απότομη κίνηση χεριού
Αναφωνεί Μεγάλη αλλαγή στη στάση του, κουνάει τα πόδια και το σώμα
Σταματά να μιλάει Δίνει το λόγο σε κάποιον, δείχνοντάς τον με το χέρι του και στρέφεται προς το μέρος του

Μαρία Κρητικού, Εκπαιδευτικός

«Προβλήματα προσαρμογής του παιδιού του δημοτικού σχολείου»

«Προβλήματα προσαρμογής του παιδιού του δημοτικού σχολείου»

                                  

    «Η είσοδος στο σχολείο είναι ορόσημο στη ζωή του παιδιού, γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί στο σχολείο, μπορεί να εκδηλωθούν από τις πρώτες κιόλας ημέρες της φοίτησής του. Η είσοδος στο σχολείο, για μερικά παιδιά είναι ένα γεγονός γεμάτο από δυσκολίες, διότι αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο ζωής τους. Για τα περισσότερα παιδιά, η φοίτηση στο σχολείο αποτελεί την πρώτη τους εμπειρία παρατεταμένης απομάκρυνσης από το σπίτι. Κάθε εργάσιμη ημέρα, για πολλές συνεχείς ώρες, το παιδί απομακρύνεται από τις γνώριμες και βολικές συνήθειες του σπιτιού, από έναν τρόπο ζωής όλο παιχνίδι και με μία στοργική μητέρα δίπλα του, πάντα διαθέσιμη, για να βρεθεί «σφηνωμένο» μέσα στην αυστηρή πειθαρχία, στις κοπιαστικές μαθήσεις και στην οχλοβοή της σχολικής ζωής. Όλες αυτές τις ώρες, το παιδί δεν έχει καμία πρόσβαση και καμία δυνατότητα προσφυγής στη μητρική προστασία και συμπαράσταση. Τα σκήπτρα της εξουσίας έχουν περάσει πια σε άλλα χέρια, σε «ξένα» χέρια. Την τύχη του τώρα την καθορίζουν μερικοί “άγνωστοι”».(Herbert, 1989: 142).

    Το παιδί, με την είσοδό του στο σχολείο, μεταφέρεται από ένα σχετικά «κλειστό», θα λέγαμε, σύστημα, όπου οι κανόνες και οι απαιτήσεις του είναι γνωστές και προβλέψιμες, σε ένα σύστημα «ανοικτό», όπου η ζωή, τις πρώτες τουλάχιστον εβδομάδες, είναι γεμάτη από απροσδόκητα, απρόβλεπτα και, μερικές φορές, δυσάρεστα γεγονότα. Οι απαιτήσεις και εντάσεις του καινούριου περιβάλλοντος-πραγματικές ή φανταστικές είναι πολλές. Το παιδί πρέπει να διαθέτει αρκετή ευελιξία και αυτοέλεγχο για να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει.

Η σχολική ζωή προβάλλει στο παιδί απαιτήσεις ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγκέντρωση της προσοχής του, την ικανότητα να κάθεται στη θέση του ήσυχο και να εργάζεται ως την ολοκλήρωση του έργου που κάθε φορά αναλαμβάνει, οι οποίες του είναι ουσιαστικά πρωτόγνωρες. Ποτέ πριν δεν του είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο συστηματικά. Τώρα με τον ερχομό του στο σχολείο, το παιδί μπαίνει σ’ ένα οργανωμένο κοινωνικό περιβάλλον και μερικά γενικά προβλήματα προσαρμογής είναι σχεδόν αναπόφευκτα. Είναι το παιδί μέλος μιας κοινωνικής ομάδας, προς την οποία έχει ορισμένες ευθύνες και υποχρεώσεις. Αλλά ας αναφέρουμε με τη σειρά τα γενικά προβλήματα προσαρμογής:

Το πρόβλημα της προσαρμογής προς το νέο κοινωνικό περιβάλλον

    Καμιά φορά εκτός από τους άλλους παράγοντες, που μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα, οι ίδιοι οι γονείς προετοιμάζουν πάρα πολύ άσχημα το παιδί τους για το σχολείο, όπως με περιγραφές της σχολικής ατμόσφαιρας μη ανταποκρινόμενες πάντοτε προς την πραγματικότητα. «Ο δάσκαλος έχει μια βέργα τόσο μεγάλη και μάλιστα λένε ότι σπάει 2-3 τέτοιες κάθε μέρα στα χέρια των παιδιών».

Έτσι το παιδί σχηματίζει μια κακή ιδέα για το σχολείο, το οποίο πριν ακόμα το επισκεφθεί, το θεωρεί σαν δεσμωτήριο, ενώ το δάσκαλο σαν υπερφυσικό ον. Από την άλλη όμως μεριά υπάρχουν πολλοί φιλότιμοι δάσκαλοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αυτό πάρα πολύ καλά. Οργανώνουν δηλαδή μια μικρή γιορτή για τα παιδάκια που θα έρθουν πρώτη φορά στο σχολείο, με ένα ειδικό πρόγραμμα καλωσορίσματος. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα αισθάνονται ότι είναι αποδεκτά από την ομάδα και επομένως όλα θα πάνε καλά. Αν αυτό δεν συμβεί, δημιουργείται ο φόβος του σχολείου με όλες τις συνέπειες στον τομέα της μαθήσεως. Τα παιδιά τα οποία ρέπουν προς το φόβο του σχολείου, είναι εκείνα τα οποία ανατράφηκαν σε πολύ αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον. Συνέπεια του φόβου του σχολείου μπορεί επίσης να είναι και η σχολική αποτυχία, που είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυδιάστατο πρόβλημα.  

 

   Το πρόβλημα της προσαρμογής προς τη μάθηση

    Στην προσχολική του ηλικία το παιδί μάθαινε όποτε ήθελε και ό, τι ήθελε. Τώρα μπαίνει σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα μαθήσεως, που το κάνει κάπως να στεναχωριέται και πολλές φορές από ένα αδέξιο χειρισμό του δασκάλου μπορεί να δημιουργηθεί στο παιδί εχθρότητα και για το σχολείο και για το δάσκαλο και για τη μάθηση .Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ανακαλύπτεται από την αρχή το δυναμικό των παιδιών και πάνω σ’ αυτό να στηρίζονται οι απαιτήσεις του σχολείου στον τομέα της μαθήσεως. Γενικότερα, το σχολείο πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπ’ όψη του τις ατομικές διαφορές των παιδιών.

    Θα περιγράψουμε παρακάτω λίγες περιπτώσεις παιδιών, που γίνονται αφορμή διασαλεύσεως της ομαλής λειτουργίας της τάξεως ή και του σχολείου ολόκληρου.

   « α) Το ασθενικό παιδί

         Είναι το παιδί, που, ενώ από το σπίτι του ξεκινά υγιέστατο, μόλις πατήσει το πόδι του στο κατώφλι του σχολείου, αρχίζει εμετούς, λιποθυμίες, πονοκεφάλους ή διαταραχές του στομαχιού. Τα παιδιά του σχολείου χρησιμοποιούν συνήθως αυτές τις αντιδράσεις σαν μηχανισμούς άμυνας για κάτι που δεν τα ευχαριστεί. Τα αίτια της καταστάσεως αυτής βρίσκονται είτε στο σχολείο είτε στο σπίτι ή στο γενικότερο περιβάλλον του παιδιού, ή τέλος και στο ίδιο το παιδί.

    β) Το πεισματάρικο παιδί

         Είναι το παιδί, που έχει αναπτύξει εχθρικές διαθέσεις προς το σχολικό περιβάλλον και ποτέ δεν έχει τη διάθεση να πειθαρχήσει στις εντολές και στις αρχές της ομάδας, στην οποία ανήκει.

 Το πείσμα είναι έκφραση εσωτερικής διαταραχής. Πείσμα, ως μόνιμη κατάσταση, είναι εκδήλωση διαταραχής της συναισθηματικής καταστάσεως των παιδιών ή της προσωπικότητας και αποτελεί πρόβλημα προσαρμογής στο σχολείο.

    γ) Το ονειροπόλο παιδί

         Είναι εκείνο που ζητά τη μόνωση και αποφεύγει να συμμετέχει σε κάθε ομαδική σχολική εκδήλωση. Στα διαλείμματα, ενώ όλα τα παιδιά τρέχουν, πηδούν, παίζουν, αυτό απομακρύνεται σε μια γωνιά και ονειροπολεί.

     δ) Το πολύ έξυπνο ή το εξαιρετικό παιδί

          Το έξυπνο παιδί δημιουργεί προβλήματα, όταν παρακολουθεί πρόγραμμα που δεν είναι προσαρμοσμένο στα μέτρα του. Αν δεν δοθεί ύλη ανάλογη προς την προηγμένη νοημοσύνη του, τότε υπάρχει κίνδυνος το παιδί να μεταπέσει στην κατάσταση του καθυστερημένου. Γι’ αυτό απαιτείται η ίδρυση ειδικού σχολείου, που να έχει πρόγραμμα γι’ αυτή την περίπτωση των παιδιών. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν ειδικά προβλήματα συμπεριφοράς (επιθετικότητα, εχθρότητα, μόνωση, πείσμα). Επίσης, υστερούν και από άποψη κοινωνικότητας». (Τριανταφύλλου, 1999: 114-116). 

Μαρία Κρητικού, Εκπαιδευτικός

«Μορφές επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά»

«Μορφές επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά»

Η επιθετικότητα κατά την παιδική ηλικία λαμβάνει διάφορες μορφές. Όπως είναι φυσικό το παιδί, για να εκφράσει τις επιθετικές του προθέσεις, χρησιμοποιεί κάθε φορά τα διαθέσιμα μέσα που του είναι πρόσφορα. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν ζητείται από τους γονείς να κατονομάσουν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των παιδιών τους, αυτοί συνηθίζουν να αναφέρουν την επιθετικότητα. Παρόλο που η επιθετικότητα του παιδιού μπορεί να πάρει διάφορες μορφές και να κατευθυνθεί προς διάφορους στόχους, η συνολική εντύπωση που δίνεται στους γονείς είναι εκείνη του παιδιού-τυρράνου στην οικογένεια.

Σε ένα από τα βιβλία του, ο M. Herbert (1989) διαπίστωσε ότι ο θυμός, εμφανίζεται από τους πρώτους ακόμη μήνες της ζωής. Το βρέφος δεν μπορεί να ανεχθεί να μην ικανοποιούνται οι επιθυμίες του και έχει την τάση να αντιδρά επιθετικά όταν παρεμποδίζεται. Στα μικρά παιδιά οι εκδηλώσεις θυμού δεν κατευθύνονται σε κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι αυτοκαταστροφικής μορφής. Τέτοιες εκδηλώσεις είναι να πηδούν νευριασμένα πάνω-κάτω, να κρατούν την αναπνοή τους, να ξεφωνίζουν, να μουγκρίζουν κ.λπ. Αργότερα, εμφανίζεται η εχθρική-εκδικητική συμπεριφορά, η οποία αποβλέπει να προκαλέσει πόνο ή βλάβη σε κάποιον άλλον, και η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζει εξίσου μεγάλη ποικιλία. Στα πλαίσια μιας τέτοιας συμπεριφοράς το παιδί μπορεί: να πετάει πράγματα, να τσιμπάει, να δαγκώνει, να χτυπάει, να βρίζει, να επιμένει ανυποχώρητα κ. τ. ό. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να δαγκώνει κάποιον όταν δεν ικανοποιείται η επιθυμία του, ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να χτυπήσει ή να πετάξει κάτι στο άτομο που το παρεμποδίζει» .

Ειδικότερα, υπάρχουν ορισμένες εμφανείς διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα δύο φύλα εκδηλώνουν την εχθρότητα τους. Τα αγόρια από το δεύτερο κιόλας έτος της ζωής τους, είναι, κατά μέσο όρο, πιο επιθετικά απ’ ότι τα κορίτσια. Στα κορίτσια η επιθετικότητα εκδηλώνεται συνήθως με λεκτικές επιθέσεις και συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να στρέφουν την επιθετικότητα τους στον ίδιο τους τον εαυτό μέσα από ενέργειες αυτο- τιμωρίας και πρόκλησης αυτο- ζημίας, κι ακόμη (σε ακραίες βέβαια περιπτώσεις) επιχειρώντας να αυτοκτονήσουν. Αντίθετα, τα αγόρια εκδηλώνουν την επιθετικότητα τους, στρέφοντας την κυρίως προς άλλα αγόρια μέσα από πράξεις βιαιοπραγίας.

Μετά το τρίτο έτος της ηλικίας, οι επιθετικότερες μορφές συμπεριφοράς, όπως τα ξεσπάσματα οργής, αρχίζουν να εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια, τόσο στα αγόρια, όσο και στα κορίτσια. Στο 9ο έτος της ηλικίας, παρουσιάζονται συχνές εκρήξεις θυμού σε ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των αγοριών, αλλά μόνο στο 30% των κοριτσιών. Εμφανέστερες μορφές επιθετικότητας είναι οι εκρήξεις οργής, η παρανοϊκή εχθρότητα, τα πειράγματα και οι ψευτοπαλικαρισμοί, η «άσχημη γλώσσα» και η «θεατρική» μονοπώληση της προσοχής των άλλων.

Αναλυτικότερα, ας παρουσιάσουμε ορισμένες από τις παραπάνω μορφές:

Οι εκρήξεις οργής

Τα ξεσπάσματα αυτά είναι από τις πιο έντονες και φοβερές εκρήξεις θυμού που εκδηλώνουν τα παιδιά. Στις εκρήξεις αυτές, το παιδί φορτίζεται σε σημείο που γίνεται έξαλλο, χτυπάει με δύναμη τα πόδια του, χτυπιέται με τις γροθιές του, κρατάει την αναπνοή του, χτυπάει το κεφάλι του, σφαδάζει στο πάτωμα, βρίζει ή στριγγλίζει.

Είναι αρκετά φυσιολογικό για ένα παιδί 2-3 ετών να παρουσιάζει τέτοια ξεσπάσματα. Αυτά τα μικρά «ηφαίστεια» εκρήγνυνται, κατά κανόνα, όταν ο γονέας «εκνευρίσει» το παιδί, γιατί δεν το αφήνει να κάνει κάτι που εκείνο επιθυμεί. Τη στιγμή της κρίσης, το παιδί φαίνεται πραγματικά να «μισεί» τον γονέα του. Μοιάζει να ζει σε κατάσταση πολέμου, του αρέσει να σπάει διάφορα πράγματα, γιατί ακόμη και όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, θέλει πάντα κάποιον να του δίνει προσωπική προσοχή. Αυτός ο αγώνας είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε οικογένεια, όπου το παιδί κάνει κάτι για να εξερεθίσει τους άλλους.

Ωστόσο, τις περισσότερες φορές το παιδί φαίνεται σαν να αποστρακίζει την επιθετικότητα του, βλάπτοντας τον ίδιο τον εαυτό του, και όχι τον γονέα του. Κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, εκφράζει την αγάπη του για τον γονέα του, αναστέλλοντας την «επίθεση» που θα του είχε κάνει.

Συναισθήματα μίσους μπορεί να συνυπάρχουν με βαθιά συναισθήματα αγάπης, και αυτή η σχέση «αγάπη-μίσος», αυτή η αμφιθυμία, δείχνει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Πολλές χιλιοταλαιπωρημένες μητέρες πόσες φορές δεν έχουν ακούσει το παιδί τους να λέει: «Σε μισώ» ή «Μισώ την οικογένεια μου». Πρέπει όμως να ξέρουν ότι αυτές οι διαμαρτυρίες του παιδιού προκαλούνται από παρεμποδίσεις και ματαιώσεις κάποιων επιθυμιών του και ότι αυτή η συμπεριφορά του είναι απλώς ένα επιφανειακό κυματάκι στα βαθύτερα νερά μιας πραγματικής αγάπης. Οι ποιητές έχουν αντιληφθεί, εδώ και καιρό, ότι, στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, η αγάπη και το μίσος αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Το παιδί που νιώθει ότι οι γονείς του το απορρίπτουν, μπορεί να αντιδράσει στην απώλεια και την αποστέρηση με μίσος και εχθρότητα.

Ο τρόπος, με τον οποίο η μητέρα αντιμετωπίζει την αμφιθυμία και την επιθετική συμπεριφορά του παιδιού της, μπορεί να παίξει, μακροπρόθεσμα, σημαντικό ρόλο στο αν το παιδί θα είναι υπερβολικά συνεσταλμένο ή υπερβολικά επιθετικό.

Μερικά παιδιά θυμώνουν πολύ εύκολα και η παραμικρή πρόκληση γίνεται γι’ αυτά μια καλοδεχούμενη ευκαιρία για να εξαπολύσουν ολόκληρο κύμα επιθετικών ενεργειών και καταστροφικών πράξεων. Άλλα, αντίθετα, αργούν να αντιδράσουν και θεωρούν προτιμότερο να «μένουν απ’ έξω» από τα γεγονότα που δημιουργούν εσωτερικές εντάσεις.


Η παρανοϊκή εχθρότητα

Το ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο συναισθήματα που δημιουργούνται από ενδοψυχικές συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το παιδί- όπως συμβαίνει με το μίσος- αποδίδονται αδικαιολόγητα στους άλλους, ονομάζεται προβολή. Το παιδί που έχει παρανοϊκές τάσεις χρησιμοποιεί την προβολή σε πολύ μεγάλο βαθμό και πιστεύει ότι οι άλλοι είναι εχθρικοί απέναντι του. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να καταλήξει ακόμη και σε παραληρήματα καταδίωξης. Τέτοιες παρανοϊκές τάσεις, και άλλα αρνητικά συναισθήματα, μπορεί να δημιουργήσουν στο παιδί μια ακατανίκητη επιθυμία να προκαλέσει πόνο ή βλάβη στους άλλους – ανθρώπους και ζώα.

Οι επιθετικές ενέργειες των ζώων, σε σύγκριση με εκείνες των ανθρώπων, έχουν σχετικά μικρή διάρκεια. Επίσης, από τις ενέργειες αυτών των ζώων απουσιάζει το στοιχείο της εχθρότητας και της σκληρότητας, το οποίο συχνά αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανταποδοτικής τιμωρίας, την οποία σχεδιάζει ή φαντάζεται για «τον εχθρό του» εκείνος που μισεί. Η επιθυμία για εκδίκηση και η ανάγκη να είναι κανείς σκληρός φαίνεται ότι αποτελούν αποκλειστικά γνωρίσματα του ανθρώπινου είδους, αλλά οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι επιθυμούν να βλάπτουν τους άλλους είναι πολύπλοκοι και ελάχιστα κατανοητοί.

Το παιδί που βασανίζει τα άλλα παιδιά και τυραννά τα ζώα είναι ένα απελπιστικά δυστυχισμένο παιδί που χρειάζεται τη βοήθεια του ειδικού. Όταν ένα παιδί δείχνει τέτοιου είδους σκληρότητα, οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη στρατηγική και αν εφαρμόσουν οι γονείς, δεν θα έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το πρόβλημα θα γίνει πιθανότατα χρόνιο, διότι και η κατάσταση που δημιούργησε την έντονη δυστυχία του παιδιού (και η κατάσταση αυτή είναι συχνά μίσος του παιδιού προς τον ίδιο του τον εαυτό) πρέπει να προϋπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Νέα εικόνα bitmap Μορφή επιθετικής συμπεριφοράς

Η «θεατρική» μονοπώληση της προσοχής των άλλων

Η «θεατρική» μονοπώληση της προσοχής των άλλων, είναι ένα σύνηθες παράδειγμα επιθετικής συμπεριφοράς. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για την τάση του παιδιού φορτικά να βρίσκεται στο προσκήνιο, να επιδεικνύεται και να μονοπωλεί την προσοχή των άλλων. Σχεδόν όλα τα παιδιά περνούν από ένα ή και περισσότερα στάδια επιδειξιομανίας και, δυστυχώς (αφού η επιδειξιομανία είναι ένα χαρακτηριστικό που προκαλεί αντιπάθεια), μερικά νιώθουν την ανάγκη να επιδεικνύονται όλες τις ώρες. Η ηλικία μεταξύ 3 και 5 ετών καθώς και η περίοδος της εφηβείας είναι περίοδοι έξαρσης της «θεατρικής» επίδειξης και της μονοπώλησης της προσοχής των άλλων.

Η περίοδος μεταξύ 3 και 5 ετών είναι συνήθως η φάση της ταχείας ανάπτυξης του κοινωνικού Εγώ. Αρχίζει να διαμορφώνεται η ατομικότητα του παιδιού καθώς αυξάνει η συναισθηματική αυτονόμησή του από την οικογένεια. Το παιδί κατορθώνει να επιβεβαιώνει τον εαυτό του, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Είναι αρκετά σύνηθες, οι προσπάθειες αυτές του παιδιού προς την αυτονομία να παίρνουν τη μορφή της θορυβώδους ορμητικότητας, του αρνητισμού και της επιδειξιομανίας

Το παιδί, μέσα στη χαρά της αίσθησης της δικής του προσωπικότητας και ατομικότητας, και των επιδράσεων που ασκούν επάνω στους άλλους, δεν μπορεί πάντοτε να διακρίνει τα όρια μεταξύ της αυτοεπιβεβαίωσης του (που οι γονείς θέλουν να ενθαρρύνουν ως κάποιον βαθμό), της μονοπώλησης της προσοχής των άλλων και του δικαιώματος των άλλων να πουν και αυτοί μια λέξη στη συζήτηση ή να τους αφήνουν ήσυχους.

Πολλά παιδιά είναι ελκυστικά, χαριτωμένα και πολύ θαρρετά με τους μεγάλους(ειδικά με τους γονείς τους, οι οποίοι, στο κάτω-κάτω, έχουν και μια συναισθηματική επένδυση στα βλαστάρια τους, στο alter ego τους) και ενθαρρύνονται στο να προσελκύουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους και στο να «κλέβουν την παράσταση» από άλλα παιδιά και μεγάλους στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις.

Όλοι μας, πιθανώς, είχαμε κάποτε την εμπειρία να επισκεφθούμε ένα σπίτι, όπου το παιδί αποτελεί το μόνο κέντρο όλων των δραστηριοτήτων της οικογένειας και να βρεθούμε μπροστά σε μια κατάσταση, όπου εμείς οι μεγάλοι δεν μπορούμε να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα μεταξύ μας, επειδή το παιδί έχει το μονοπώλιο «στη σκηνή» και εξαντλεί όλο του το ρεπερτόριο από «χαριτωμένα» τεχνάσματα. Αυτό που ίσως είναι σαγηνευτικό για τους γονείς, ακόμη και για τους τρίτους (για τα πρώτα δέκα λεπτά τουλάχιστον), αποβαίνει απρεπές, ασεβές, εγωιστικό και αντικοινωνικό.

Σε ορισμένες οικογένειες το εκκρεμές έχει πάει εντελώς στο άλλο άκρο από τον βικτωριανό κανόνα. Τότε έλεγαν ότι «τα παιδιά είναι μόνο για να φαίνονται, και όχι να ακούγονται». Τώρα, μερικές οικογένειες, έχουν φθάσει στο ακριβώς αντίθετο. Ότι δηλαδή «οι μεγάλοι είναι μόνο να φαίνονται, και όχι για να ακούγονται».

Βέβαια τα παιδιά δεν φταίνε αν οι γονείς τους τ’ αφήνουν να φέρονται έτσι και, μολονότι πρέπει να δίνουμε στα παιδιά ευκαιρίες και κάποιον εύλογο χρόνο να συμμετέχουν και να λένε τις απόψεις τους στις κοινωνικές εκδηλώσεις, ωστόσο οι γονείς προσφέρουν κάποιες υπηρεσίες στα παιδιά τους αν δεν τους διδάσκουν την τέχνη να μοιράζονται κοινωνικές δραστηριότητες, να αυξομειώνουν το βαθμό παρουσίας του εαυτού τους και να μην καταντούν αφόρητα ανιαροί τύποι.

Υπάρχουν λόγοι- πέρα από τις υπερβολές της παιδικής ηλικίας και πέρα από την ανάγκη για επιβεβαίωση της ατομικότητας που τόσο έντονα εκδηλώνουν τα παιδιά- στους οποίους οφείλεται η επίμονη και υπερβολική μορφή επιδεικτικής συμπεριφοράς στα παιδιά. Μπορεί ένα παιδί να έχει μάθει με την επιδεικτική συμπεριφορά ν’ αναπληρώνει ή να συγκαλύπτει κάποιο συναίσθημα αμηχανίας, συστολής ή ανεπάρκειας που νιώθει, όταν βρίσκεται με άλλα παιδιά ή με μεγάλους. Είναι όπως «όταν σφυρίζεις στο σκοτάδι» για να παίρνεις θάρρος. Ίσως είναι μια αντίδραση στις καυχησιές και στις υπερβολές των φίλων του, μια προσπάθεια να κερδίσει λίγο από την προσοχή τους.

Μερικά παιδιά, που από άβουλους γονείς έχουν αφεθεί να γίνουν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος και έχουν κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνει εγωκεντρικά, μπορεί να χρησιμοποιούν την επιδεικτική συμπεριφορά για να κερδίσουν την προσοχή- ακόμη και την αρνητική- των τρίτων, οι οποίοι δεν έχουν καμία διάθεση να δείξουν το αποκλειστικό ενδιαφέρον που επιδεικνύει προς το παιδί η οικογένειά του. Αυτός ο «ναρκισσισμός» μπορεί να προχωρήσει βαθύτερα: το παιδί να είναι γεμάτο έπαρση, να θέλει να το λατρεύει ο καθένας και να το επιδοκιμάζει και να ικανοποιεί τις ανάγκες του, ενώ αυτό αδιαφορεί τελείως για των άλλων την προσωπικότητα ,τις ανάγκες κ .λ .π

Η επιδειξιομανία είναι συνήθως μεταβατική μορφή συμπεριφοράς. Χρειάζεται συμπαθητικό χειρισμό και κατανόηση των λόγων, για τους οποίους την εκδηλώνει το παιδί. Αν και δεν είναι καθόλου απαραίτητο να την πατάξουμε με τρόπο αυταρχικό και τραχύ, εντούτοις δεν πρέπει ούτε και να την ενθαρρύνουμε. Μπορούμε να κατευθύνουμε την προσοχή του παιδιού σε κάτι άλλο, και αφού το αφήσουμε να πει και να κάνει τα δικά του για κάποιο μικρό, εύλογο χρονικό διάστημα, σταματάμε τις υπερβολές του (τη μονοπώληση του χρόνου, τις μεγαλοποιήσεις του και τις έντονες φωνές του) είτε εξηγώντας του πως αυτοί οι τρόποι συμπεριφοράς στρέφονται τελικά εναντίον του είτε απομακρύνοντάς το από το κέντρο «της σκηνής». Το παιδί που χρησιμοποιεί επιδεικτική συμπεριφορά, για να κερδίσει την προσοχή των άλλων, συνήθως την χάνει, διότι γίνεται αντιπαθητικό. Η επιδεικτική συμπεριφορά γρήγορα θα εξαλειφθεί, αν δεν αμείβεται, δηλαδή αν δεν παρέχουμε στο παιδί κοινό- θεατές για να δώσει την παράστασή του.

Νέα εικόνα bitmap (2)

Μορφή μονοπώλησης του ενδιαφέροντος

Μαρία Κρητικού , Εκπαιδευτικός

«ΑΦΑΣΙΑ»

«ΑΦΑΣΙΑ»

brainΤι είναι η αφασία;
Κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί το λόγο. Μέρη της χρήσης του λόγου είναι να
μιλάμε, να βρίσκουμε τις σωστές λέξεις, να καταλαβαίνουμε, να διαβάζουμε,
να γράφουμε και να κάνουμε χειρονομίες. Η αφασία επισημάνεται όταν
εξαιτίας της εγκεφαλικής βλάβης ένα ή περισσότερα μέρη του λόγου δεν
λειτουργούν σωστά. Επομένως, Αφασία – Α (=στερητικό α) φασία (=μιλώντας)
σημαίνει πως κάποιος πλέον δεν μπορεί να πει αυτό που θέλει. Δεν μπορεί
να χρησιμοποιήσει το λόγο. Εκτός από την αφασία μπορεί να προκληθεί και
παράλυση ή και άλλα προβλήματα σχετικά με:
-τις συνειδητές/εκούσιες κινήσεις,
-την παρατήρηση του περιβάλλοντος,
-την αυτοσυγκέντρωση, την πρωτοβουλία, και την μνήμη.
Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να κάνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα.
Πολλοί άνθρωποι έχουν ζήσει την εμπειρία του να μην γίνονται κατανοητοί
ή του να μην μπορούν να καταλάβουν το τι λέει ο άλλος κατά τη διάρκεια
των διακοπών τους στο εξωτερικό. Ακόμα και σε χώρες όπου γνωρίζουμε
τη γλώσσα πολύ καλά, μπορούμε να έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, όπως
για παράδειγμα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο γιατρό. Σε χώρες
όπου δεν γνωρίζουμε τη γλώσσα καλά, η επικοινωνία μας είναι πάντοτε
περιορισμένη, και συνήθως δεν επιτυγχάνουμε να παραγγείλουμε το φαγητό
που θα θέλαμε. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία αντιμετωπίζουν
τέτοια προβλήματα καθημερινά. Επομένως, η αφασία είναι ένα πρόβλημα
του λόγου. Δεν υπάρχουν δύο άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία
στον ίδιο βαθμό, η αφασία είναι διαφορετική για τον καθένα. Ο βαθμός
της εξέλιξης της αφασίας εξαρτάται, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, στην
τοποθεσία και στο βαθμό της εγκεφαλικής βλάβης, την γλωσσολογική
ικανότητα του ασθενή και την προσωπικότητά του. Μερικοί άνθρωποι με
αφασία μπορούν να καταλάβουν το λόγο σωστά αλλά έχουν πρόβλημα να
βρουν τις σωστές λέξεις ή να φτιάξουν προτάσεις. Κάποιοι άλλοι, ωστόσο,
μπορούν να μιλήσουν άνετα αλλά ότι λένε είναι δυσνόητο. Αυτοί οι ασθενείς
συνήθως έχουν μεγάλο πρόβλημα να καταλάβουν το λόγο. Η γλωσσολογική
ικανότητα των ανθρώπων με αφασία βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε
αυτά τα δύο άκρα. Όμως προσέξτε: κάποιος που υποφέρει από αφασία
έχει ακέραιες νοητικές ικανότητες. Σχεδόν πάντα γίνεται κάποια αυτόματη
αποκατάσταση του λόγου όταν παρουσιάζεται η αφασία. Η συγκεκριμένη
αποκατάσταση ωστόσο είναι σπάνια ή δεν είναι ολοκληρωτική. Ωστόσο με
πολλή εξάσκηση, προσπάθεια και επανάληψη μπορεί να επιτευχθεί κάποια
βελτίωση.

Η ανάπτυξη της αφασίας
Η αφασία είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής βλάβης. Η αιτία της εγκεφαλικής
βλάβης είναι συνήθως οι αγγειακές επιπλοκές. Τέτοιες επιπλοκές καταλήγουν
σε εγκεφαλικό, εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό έμφαρκτο ή αποπληξία.
¨Άλλες αιτίες για την ανάπτυξη της αφασίας είναι για παράδειγμα τραύμα στον
εγκέφαλο (συνήθως αποτέλεσμα ατυχήματος) ή όγκος στον εγκέφαλο.
Ο εγκέφαλός μας χρειάζεται οξυγόνο και γλυκόζη προκειμένου να
λειτουργήσει. Εάν, εξαιτίας εγκεφαλικού ή άλλων αιτιών, η κυκλοφορία του
αίματος στον εγκέφαλο παρουσιάσει επιπλοκές, τότε τα εγκεφαλικά κύτταρα
θα νεκρωθούν στην συγκεκριμένη περιοχή. Στον εγκέφαλο υπάρχουν
διάφορες περιοχές με διαφορετικές λειτουργίες. Στους περισσότερους
ανθρώπους η περιοχή για τη χρήση της γλώσσας βρίσκεται στο αριστερό
μέρος του εγκεφάλου. Σε περίπτωση τραύματος σε αυτές τις περιοχές τότε
αναφερόμαστε στην αφασία.
Ποια επιπρόσθετα προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν;
Σπάνια συμβαίνει ο ασθενής να υποφέρει μόνο από αφασία. Συνήθως
επηρεάζονται και άλλα μέρη του εγκεφάλου. Παραδείγματα από επιπρόσθετα
προβλήματα είναι τα εξής :
-Περίπτωση ημιπληγίας. Για τους ασθενείς που υποφέρουν από αφασία,
αφορά συνήθως το δεξιό μέρος του σώματος. Η επαφή των μυών στο ένα
μέρος του σώματος επηρεάζεται με αποτέλεσμα να δυσλειτουργούν.
-Απώλεια της μισής όρασης (Ημιοψία). Οι περισσότεροι ασθενείς βλέπουν
μόνο οτιδήποτε βρίσκεται από τη μεριά του σώματός τους που είναι υγιής
αλλά όχι από την μεριά που έχει επηρεαστεί.
-Απώλεια γνώσης σχετικά με το πώς κάποιες διαδικασίες πραγματοποιούνται
(Απραξία). Απλές διαδικασίες όπως το να ντυθείς, να φας και να πιείς
ξαφνικά δεν μπορούν πλέον να γίνουν συνειδητά. Για παράδειγμα, κάποιος
που υποφέρει από απραξία δεν ξέρει πώς να σβήσει ένα κερί όταν του
ζητηθεί (συνειδητή πράξη), ενώ μπορεί να σβήσει αυτόματα το σπίρτο που
κρατά όταν βρίσκεται σε κίνδυνο να κάψει τα δάχτυλά του.
-Προβλήματα με την κατάποση τροφών και υγρών (Δυσφαγία). Εξαιτίας της
εγκεφαλικής βλάβης οι μύες της κατάποσης και του γαστρικού συστήματος
μπορεί να παραλύσουν ή να ευαισθητοποιηθούν, ή ακόμη και να μην
λειτουργούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αναγκαία διαδικασία της λήψης
τροφής και της πόσης γίνεται ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Η παράλυση
και η απώλεια της αίσθησης στα μάγουλα, μπορεί να προκαλέσει την
ανεπαίσθητη έκκριση σάλιου από την γωνία της στοματικής κοιλότητας.
-Προβλήματα μνήμης. Στην προσπάθεια να ανακαλέσουμε πληροφορίες,
η γλώσσα έχει ένα πολύ σπουδαίο ρόλο. Εξαιτίας της γλωσσολογικής
ανεπάρκειας, η μνήμη φαίνεται να δυσλειτουργεί. Για αυτό το λόγο, πάντα
να γράφετε κάποιες λέξεις ‘κλειδιά’ που θα μπορούσαν να βοηθήσουν
τον ασθενή που υποφέρει από αφασία να θυμάται ευκολότερα κάποια
πράγματα.
-Διαφορετικές αντιδράσεις. Συχνά κάποιοι ασθενείς αντιδρούν πολύ
διαφορετικά σε κάποιες καταστάσεις μετά το εγκεφαλικό, απ’ ότι θα
αντιδρούσαν στο παρελθόν. Ο έλεγχος της αυτοσυγκράτησης και της
έκφρασης των συναισθημάτων γίνεται πιο δύσκολος. Είναι πιθανό κάποιοι
ασθενείς να γελούν ή και να κλαίνε πιο συχνά, ενώ παράλληλα ακόμη και
η προσπάθεια να σταματήσουν να είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ ότι στο
παρελθόν.
-Επιληψία. ¨Όταν ο εγκέφαλος συνέρχεται από τη βλάβη συνήθως
δημιουργείται μια ουλή. Συχνά αυτή η ουλή αναπτύσσει ένα είδος ‘κλειστού
κυκλώματος’ μέσα στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα το σώμα να δονείται, η
αναπνευστική λειτουργία να χάνει την ομαλό ρυθμό της και ο ασθενής να
χάνει τις αισθήσεις του. Οι επιληπτικές κρίσεις διαρκούν για λίγα λεπτά αλλά
συνήθως εμφανίζονται απροσδόκητα και οι επιπτώσεις που έχουν όχι μόνο
στον ασθενή αλλά και στην οικογένειά του είναι πολύ μεγάλες.
Η παραπάνω απαρίθμηση των επιπρόσθετων προβλημάτων δεν
εξαντλείται μόνο σε αυτά τα σημεία. Τα συμπτώματα της αφασίας και οι
επιπτώσεις της είναι διαφορετικές για τον κάθε ασθενή. Οποιοδήποτε από
τα προαναφερόμενα προβλήματα μπορεί να εμφανιστεί σε συνδυασμό με
την αφασία αλλά ωστόσο δεν είναι απαραίτητο.
Η θεραπεία της αφασίας.
Πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία έχουν εισαχθεί στο
νοσοκομείο για κάποιο χρονικό διάστημα συνήθως αφού έχει διαπιστωθεί
η εγκεφαλική βλάβη. ¨Όμως ακόμα και όταν τελειώσει η περίθαλψη στο
νοσοκομείο πολλοί άνθρωποι με αφασία χρειάζονται περαιτέρω θεραπεία
και υποστήριξη. Δυστυχώς δεν είναι πάντα σαφές σε ποιον θα μπορούσαν
να απευθυνθούν για την προκειμένη περίπτωση. Συμβουλευτείτε τον γιατρό
σας σχετικά με τις επιλογές που υπάρχουν στην περιοχή σας. Σχεδόν
πάντοτε οι λογοθεραπευτές είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την θεραπεία της
αφασίας. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων,
από την ανάρρωση του ασθενή από την αφασία και από τις επιλογές και
τους κανονισμούς της χώρας στην οποία ζει ο ασθενής.
Βασικές αρχές επικοινωνίας.
Λόγω της αφασίας συνήθως ο τρόπος με τον οποίο ασθενής αντιλαμβάνεται
κάτι ή ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται αλλάζει. Οι άνθρωποι μπορούν να
επικοινωνήσουν με κάποιον ο οποίος υποφέρει από αφασία χρησιμοποιώντας
με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις εναπομείναντες επιλογές επικοινωνίας.
Κάποιος με προχωρημένη αφασία συνήθως καταλαβαίνει τις πιο σημαντικές
λέξεις από μια πρόταση. Καταλαβαίνει τις λέξεις ‘κλειδιά’. Συνήθως όμως
αυτή η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει μια λανθασμένη συνεννόηση επειδή
ο συνδυασμός των λέξεων ‘κλειδιά’ και η γενική γνώση των πραγμάτων
μπορεί να οδηγήσει σε λάθος κατανόηση του μηνύματος. Συχνά εμείς
και κάποιος που υποφέρει από αφασία νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει
ο ένας τον άλλον πολύ καλά. Πολλές φορές στη συνέχεια της συζήτησης
αντιλαμβανόμαστε πως δεν είναι αυτή η πραγματικότητα.
Εάν θέλετε να πείτε κάτι σε κάποιον με αφασία
-Αρχικά, χρειάζεστε χρόνο για τη συζήτηση. Καθίστε άνετα και επιδιώξτε
οπτική επαφή.
-¨Εάν δεν ξέρετε πώς να ξεκινήσετε την κουβέντα, πείτε κάτι απλό για τον
εαυτό σας και στη συνέχεια κάντε ερωτήσεις για τις οποίες ήδη ξέρετε την
απάντηση.
-Μιλήστε αργά και σε μικρές προτάσεις, και τονίστε τις πιο σημαντικές λέξεις
της πρότασης.
-Γράψτε τις πιο σημαντικές λέξεις. Επαναλάβετε το μήνυμα και δώστε στον
ασθενή ότι γράψατε. Ο ασθενής μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως μνημονικό
ή ως μέσο επικοινωνίας.
-Βοηθήστε κάποιον με αφασία με τα προβλήματα έκφρασής του με το να
δείχνετε, να κάνετε χειρονομίες, να ζωγραφίζετε ή να γράφετε και το να
ρωτάτε εάν μπορεί να δείχνει, να κάνει νοήματα, να ζωγραφίζει ή να γράφει.
Συμβουλευτείτε μαζί με τον ασθενή κάποιο λεξικό τσέπης ή έναν οδηγό
επικοινωνίας.
Εάν κάποιος με αφασία θέλει να σας πει κάτι
Αρχικά πρέπει να είναι ξεκάθαρο σε ποιον αναφέρεται, τι συνέβη, και
πιθανότατα πότε και που συνέβη. Είναι πολύ σημαντικό να ρωτήσετε τις
σωστές ερωτήσεις, να είστε εφευρετικός, και να προχωρήσετε στην συζήτηση
όσο το δυνατόν πιο συστηματικά.
Βοηθητικά μέσα επικοινωνίας
Σε πολλές χώρες υπάρχουν ειδικά βιβλία επικοινωνίας με εικόνες, ζωγραφιές
και λέξεις. Με το να δείχνεις μια εικόνα ή μια ζωγραφιά κάνεις πιο ξεκάθαρο
τι ακριβώς εννοείς. Ρωτήστε το γιατρό ή το λογοθεραπευτή σας εάν τέτοιου
είδους βοηθήματα είναι διαθέσιμα στη χώρα σας. Εάν δεν υπάρχουν στη
χώρα σας, τότε θα μπορούσατε να κατασκευάσετε το δικό σας οδηγό
επικοινωνίας στο οποίο θα μπορούσατε να συμπεριλάβετε εικόνες και λέξεις
οι οποίες είναι σημαντικές για το άτομο που υποφέρει από αφασία. Με
αυτόν τον τρόπο, μπορείτε να ανοίξετε μια συζήτηση σχετικά με γεγονότα ή
συναισθήματα.
¨Όταν επικοινωνείτε με κάποιον που υποφέρει από αφασία με οδηγό
επικοινωνίας θα μπορούσατε να ψάξετε μαζί για ιδέες ή έννοιες που είναι
σημαντικές για τη συζήτηση. ¨Έχοντας χαρτί και μολύβι πρόχειρα μπορείτε
να σημειώσετε τις πιο σημαντικές λέξεις της συζήτησης τη μια κάτω από
την άλλη έτσι ώστε να είναι ευκολότερο για τον ασθενή να ακολουθήσει τη
κουβέντα και να θυμάται τα περιεχόμενά της.
Η υπομονή κατακτά τα πάντα.
Απαιτείται πολύς χρόνος και υπομονή προκειμένου να μπορέσουμε να
κάνουμε μια συζήτηση με κάποιον ο οποίος υποφέρει από αφασία. Κάποιες
φορές και αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα βοηθήματα επικοινωνίας μπορεί
ακόμη να μην καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Σε τέτοιες περιπτώσεις
σταματήστε την συζήτηση, χαλαρώστε για λίγο και συνεχίστε αργότερα.
Πιθανότατα να έχετε καλύτερη τύχη!

Από το www.aphasia-international.com.

«ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΕΡΝΕΡ»

«ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΕΡΝΕΡ»

 

Το σύνδρομο Τέρνερ ή σύνδρομο Ούλριχ-Τέρνερ (επίσης γνωστό ως » Γενετική δυσγένεση») καλύπτει διάφορους όρους, των οποίων η μονοσωμία Χ (διαγραφή ενός ολόκληρου χρωμοσώματος Χ) είναι η πιο κοινή. Είναι μια χρωμοσωμική αναταραχή στις γυναίκες, στην οποία το σύνολο ή μέρος ενός από τα χρωμοσώματα φύλου λείπει. (οι φυσιολογικοί άνθρωποι έχουν 46 χρωμοσώματα, εκ των οποίων τα δυο είναι τα φυλετικά χρωμοσώματα).

Κανονικά η γυναίκα έχει 2 χρωμοσώματα Χ, αλλά στο σύνδρομο Τέρνερ ένα από αυτά τα φυλετικά χρωμοσώματα ελλείπει ή έχει άλλες ανωμαλίες. Σε μερικές περιπτώσεις, το ελλείπον χρωμόσωμα είναι παρόν σε μερικά κύτταρα αλλά όχι σε άλλα, έφαινόμενο για το οποίο χρησιμοποιείται ο όρος καλούμενος μωσαϊκισμός (mosaicism).

Εμφανίζεται μια φορά σε κάθε 2500 γεννήσεις και το σύνδρομο εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Υπάρχουν χαρακτηριστικές φυσικές ανωμαλίες, όπως το χαμηλό ανάστημα, η διόγκωση, ο ευρύς θώρακας, η χαμηλή γραμμή τριχοφυΐας, τα χαμηλά αυτιά.. Τα κορίτσια με το σύνδρομο Τέρνερ έχουν κάποια χαρακτηριστική γεννητική δυσλειτουργία (μη ώριμες ωοθήκες), η οποία οδηγεί στην αμηνόρροια (απουσία εμμηνορροϊκού κύκλου) και σε στειρότητα.

Το σύνδρομο πήρε το όνομά του από τον Χένρυ Τέρνερ., έναν ενδοκρινολόγο της Οκλαχόμα, ο οποίος το περιέγραψε το 1938. Στην Ευρώπη, καλείται συχνά το σύνδρομο Ούλριχ-Τέρνερ ή ακόμα και σύνδρομο Μπονβί-Ούλριχ-Τέρνερ για να ξεχωρίζει τις προηγούμενες περιπτώσεις που επίσης είχαν περιγραφεί από Ευρωπαίους γιατρούς.
Τα ταυτόχρονα προβλήματα υγείας είναι επίσης συχνά παρόντα, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών καρδιακών παθήσεων, υποθυρεοειδισμός (μειωμένη έκκριση ορμονών από το θυρεοειδή), διαβήτης, των προβλημάτων όρασης, ακοής, και πολλών άλλων αυτοάνοσων ασθενειών. Μερικές φορές υπάρχουν επίσης και μικρές διανοητικές δυσχέρειες.

Συμπτώματα

 Τα κοινά συμπτώματα του συνδρόμου Τέρνερ περιλαμβάνουν:

  • Χαμηλό ανάστημα
  • Πλατύ λαιμό όπως στην φωτογραφία
  • Λυμφοίδημα (διόγκωση) των χεριών και των ποδιών
  • Ευρύ στήθος (στήθος ασπίδων) με θηλές που απέχουν πολύ μεταξύ τους.
  • Χαμηλή γραμμή τριχοφυΐας
  • Χαμηλά αυτιά
  • Αναπαραγωγική στειρότητα
  • Στοιχειώδη γεννητική ράβδωση ωοθηκών (υπανάπτυκτες γεννητικές δομές)
  • Αμηνόρροια ή η απουσία μιας εμμηνορροϊκής περιόδου
  • Αυξανόμενο βάρος,
  • Παχυσαρκία
  • Προβλήματα καρδιάς
  • Μικρότερο τέταρτο μετακάρπιο (του χεριού)
  • Μικρότερα νύχια
  • Μικρή ανάπτυξη στήθους
  • Πεταλοειδές νεφρό
  • Προβλήματα όρασης, (κερατοειδής χιτώνας), γλαύκωμα, κ.λπ.
  • Μολύνσεις αυτιών και απώλεια ακοής

Άλλα συμπτώματα μπορούν να περιλάβουν μικρογναθία, το valgus cubitus, τα μαλακά νύχια, τα χαμηλά βλέφαρα. Λιγότερο κοινά είναι οι επιχρωματισμένες ελιές και η απώλεια ακοής. Το σύνδρομο Τέρνερ εκδηλώνεται διαφορετικά και κανένα άτομο δεν εμφανίζει ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τα άλλα.

Παράγοντες

Οι παράγοντες που συνεισφέρουν στο σύνδρομο Τέρνερ δεν είναι καλά γνωστοί. Η προχωρημένη μητρική ηλικία, όπως και στο σύνδρομο Ντάουν, ίσως να έχει κάποια επίδραση, αλλά δεν είναι σαφής. Είναι επίσης άγνωστο εάν υπάρχει μία γενετική προδιάθεση που προκαλεί την ανωμαλία, αν και οι περισσότεροι ερευνητές και γιατροί που θεραπεύουν τις γυναίκες με Τέρνερ συμφωνούν ότι αυτό είναι ιδιαίτερα απίθανο. Δεν υπάρχει καμία γνωστή αιτία για το σύνδρομο Τέρνερ. Το μόνο γεγονός που είναι γνωστό σήμερα, είναι ότι κατά τη διάρκεια της γονιμοποίησης μέρος του ή όλο το Χ το χρωμόσωμα δεν μεταφέρεται στο έμβρυο.

Συχνότητα

Περίπου 98% όλων των εμβρύων που εμφανίζουν σύνδρομο Τέρνερ καταλήγουν στην αποβολή. Το σύνδρομο Τέρνερ αποτελεί περίπου 10% του συνολικού αριθμού αυτόματων αποβολών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Διάγνωση

Το σύνδρομο Τέρνερ μπορεί να εντοπιστεί με την αμνιοκέντηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μερικές φορές το έμβρυο με το σύνδρομο Τέρνερ εντοπίζεται από τα ανώμαλα αποτελέσματα υπερήχου (δηλ. ατέλεια καρδιάς, ανωμαλία νεφρών). Αν και ο κίνδυνος επανάληψης δεν αυξάνεται, η γενετική παροχή συμβουλών συστήνεται συχνά για τις οικογένειες που είχαν μια εγκυμοσύνη ή ένα παιδί με το σύνδρομο Τέρνερ. Μια δοκιμή, αποκαλούμενη δοκιμή καρυότυπου, ή ανάλυση χρωμοσωμάτων, αναλύει τη χρωμοσωμική σύνθεση του ατόμου. Αυτό είναι η καλύτερη διάγνωση για το σύνδρομο Τέρνερ.

 

Πρόγνωση

Ενώ τα περισσότερα από τα φυσικά χαρακτηριστικά στο σύνδρομο Τέρνερ είναι αβλαβή, μπορούν να υπάρξουν ιατρικά προβλήματα που συνδέονται με το σύνδρομο.

 

Θεραπεία

Σαν χρωμοσωμική πάθηση, δεν υπάρχει καμία θεραπεία για το σύνδρομο Τέρνερ. Εντούτοις, πολλά μπορούν να γίνουν για να ελαχιστοποιηθούν τα συμπτώματα.

  • Η αυξητική ορμόνη, είτε μόνο της ή με μια χαμηλή δόση του ανδρογόνου, πιθανώς να αυξήσει το τελικό ενήλικο ύψος. Έχει αποδειχτεί ότι η θεραπεά μπορεί να εφαρμοστεί και σε παιδιά μικρής ηλικίας. Η αυξητική ορμόνη εγκρίνεται από τον Αμερικάνικο Οργανισμό Φαρμάκων και Τροφίμων για την θεραπεία του Τέρνερ.
  • Η θεραπεία αντικατάστασης οιστρογόνου έχει χρησιμοποιηθεί δεδομένου ότι ο όρος περιγράφηκε το 1938 για να προωθήσει την ανάπτυξη των δευτεροβάθμιων σεξουαλικών χαρακτηριστικών. Τα οιστρογόνα είναι κρίσιμα για τη διατήρηση της καλής υγείας των οστών και υγείας των ιστών. Οι γυναίκες με το σύνδρομο Τέρνερ που δεν έχουν κανονική εφηβεία, είναι σε υψηλό κίνδυνο για οστεοπόρωση, κάτι που θεραπεύεται με τα οιστρογόνα.
  • Οι σύγχρονες αναπαραγωγικές τεχνολογίες έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσουν τις γυναίκες με το σύνδρομο Τέρνερ να μείνουν έγκυες, εάν το επιθυμούν. Π.χ ένα ωάριο δότη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει ένα έμβρυο, το οποίο φέρεται από τη γυναίκα συνδρόμου Τέρνερ.
  • Η ωριμότητα της μήτρας συνδέεται θετικά με τα έτη χρήσης οιστρογόνου, ιστορία της αυθόρμητης εμφάνισης της λειτουργίας της έμμηνης ροής, και συνδέεται αρνητικά με την έλλειψη θεραπείας οιστρογόνων.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

«ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ DOWN»

«ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ DOWN»

down2Το σύνδρομο Down είναι μία γενετική πάθηση που επηρεάζει περίπου ένα σε κάθε 1.000 μωρά. Κάθε άνθρωπος έχει 46 χρωμοσώματα που είναι χωρισμένα σε 23 ζευγάρια. Κάθε αντρικό σπερματοζωάριο έχει 23 χρωμοσώματα  και κάθε  ωάριο γυναίκας το ίδιο, έτσι ώστε όταν η σύλληψη πραγματοποιείται και το σπερματοζωάριο γονιμοποιεί το ωάριο, διαμορφώνεται ένας νέος άνθρωπος με ένα πλήρες συμπλήρωμα χρωμοσωμάτων. Μερικές φορές γίνονται λάθη και προκαλείται αυτό που περιγράφεται ως χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Το σύνδρομο Down είναι μία από αυτές.  Στη σύλληψη, αντί ενός χρωμοσώματος νούμερο 21 από τον πατέρα και  ενός 21 από τη μητέρα που ενώνονται, ένα τρίτο χρωμόσωμα 21 ενώνεται  και αναπαράγεται έπειτα σε κάθε κύτταρο του σώματος του μωρού.

Τι προκαλεί το  σύνδρομο Down;
Μέχρι τώρα δεν ξέρουμε τι  ακριβώς προκαλεί την παρουσία ενός πρόσθετου χρωμοσώματος. Μπορεί να προέρχεται είτε από  τη μητέρα είτε από τον πατέρα. Υπάρχει μια συγκεκριμένη σύνδεση με τις μητέρες μεγαλύτερης ηλικίας. Εντούτοις τα περισσότερα μωρά με το σύνδρομο  Down γεννιούνται από γυναίκες ηλικίας κάτω των 35 ετών, απλά επειδή οι νεότερες γυναίκες έχουν  περισσότερα μωρά. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι κανένας δεν πρέπει  να κατηγορηθεί. Τίποτα που γίνεται πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν μπορεί να προκαλέσει το σύνδρομο Down. Εμφανίζεται σε όλες τις φυλές, κοινωνικές τάξεις και σε όλες τις χώρες σε όλο τον κόσμο. Μπορεί να συμβεί στον καθένα μας.

Υπάρχουν διαφορετικά είδη του συνδρόμου Down;
Υπάρχουν τρία σημαντικά είδη του συνδρόμου Down. Το μωρό σας είναι πιθανότερο να έχει τρισωμία 21, δηλαδή παρουσία πρόσθετου γενετικού υλικού στο 21ο ζευγάρι των χρωμοσωμάτων (τρία χρωμοσώματα 21 αντί για δύο). Περίπου το 95 τοις εκατό των ανθρώπων που έχουν σύνδρομο Down έχουν τρισωμία 21.
Περίπου το 4 τοις εκατό έχει μετάθεση, στο οποίο το πρόσθετο 21ο χρωμόσωμα αποσπάται και συνδέεται σε ένα άλλο. Περίπου το 1 τοις εκατό έχει μωσαικισμό, όπου μόνο μερικά κύτταρα έχουν τρισωμία 21.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου Down;
Τα παιδιά που έχουν γεννηθεί με το σύνδρομο Down έχουν ορισμένα φυσικά χαρακτηριστικά, τα οποία ποικίλλουν, δεν έχουν όλα τα παιδιά με το σύνδρομο Down τα ίδια χαρακτηριστικά. Το μωρό σας μπορεί να έχει χαλαρότερους μυς και αρθρώσεις από ότι άλλα μωρά, αλλά αυτό θα βελτιωθεί καθώς μεγαλώνει. Μπορεί να έχει χαμηλότερο βάρος από το μέσο βάρος γέννησης και να κερδίζει βάρος με έναν αργότερο ρυθμό από ότι  άλλα μωρά (εάν ανησυχήσετε για το βάρος του μωρού σας, μπορείτε να βρείτε  ειδικά διαγράμματα βάρους από την Down’s Syndrome Association, www.downs-syndrome.org.uk).

Τα μωρά με σύνδρομο Down έχουν συχνά μάτια που κλίνουν προς τα πάνω. Τα βλέφαρά τους μπορούν να έχουν πρόσθετη πτυχή δέρματος που εμφανίζεται να υπερβαίνει σε κλίση, αλλά αυτό δεν έχει επιπτώσεις στην όραση τους. Το πίσω μέρος του κεφαλιού του μωρού σας μπορεί να είναι πιο επίπεδο από ότι συνήθως. Τέλος, πολλά μωρά με σύνδρομο Down έχουν μια  ενιαία πτυχή κατά πλάτος της παλάμης του χεριού τους.  Οι γιατροί ψάχνουν συχνά αυτήν την πτυχή ως σημάδι ότι ένα μωρό πάσχει από το σύνδρομο Down. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι μερικά μωρά που δεν έχουν το σύνδρομο Down έχουν μια παρόμοια πτυχή. Τα παιδιά με το σύνδρομο Down έχουν όλα κάποιο βαθμό μαθησιακής δυσκολίας,  αλλά αυτό διαφέρει πολύ από  παιδί σε παιδί και είναι αδύνατο να υπολογιστεί  αυτός ο βαθμός από την γέννηση. Τα παιδιά με το σύνδρομο Down αναπτύσσονται με αργότερους και περιορισμένους ρυθμούς, αλλά όπως όλα τα παιδιά θα είναι σε θέση να περπατήσουν, να μιλήσουν, να κάνουν ποδήλατο, να διαβάζουν και να γράφουν.

Το μωρό μας θα έχει προβλήματα υγείας;
Τα μωρά και τα παιδιά με το σύνδρομο Down μπορεί να είναι ευαίσθητα σε λοιμώξεις στο αναπνευστικό και στους παραρρινικούς κόλπους αλλά με κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση και  φροντίδα, αυτά  δεν είναι πλέον πηγή ανησυχίας όσο παλιότερα. Μερικά μωρά με σύνδρομο Down έχουν προβλήματα με τη διατροφή τους τις πρώτες ημέρες. Μπορούν να αργούν  να συντονίσουν την απομύζηση, κατάποση και αναπνοή τους  και μπορεί να έχουν διαφυγή τροφής ή να στραβοκαταπίνουν λίγο. Αυτά τα προβλήματα εμφανίζονται συχνά τις πρώτες εβδομάδες. Εάν μπορέσετε να κρατήσετε την προσφορά γάλακτος του στήθους σας,  ίσως τελικά μπορέσει να θηλάσει το μωρό σας. Ο πειραματισμός σε διαφορετικές θέσεις μπορεί να βοηθήσει επίσης. Μερικά μωρά με σύνδρομο Down βρίσκουν ευκολότερο να χρησιμοποιούν το μπιμπερό.

Το μωρό σας μπορεί να χρειαστεί βοήθεια στο να μάθει να ελέγχει τη γλώσσα του. Παίζοντας παιχνίδια, κάνοντας γκριμάτσες και  κάνοντας  θορύβους θα βοηθήσουν το παιδί σας  να εξασκήσει  τους μυς  του προσώπου και της  γλώσσας και επίσης θα βοηθήσει τους αρχικούς ήχους και την ομιλία.
Περίπου ένα στα τρία παιδιά γεννημένα με σύνδρομο Down έχουν προβλήματα στην καρδιά . Μερικά από αυτά  είναι αρκετά δευτερεύοντα, όπως τα φυσήματα ενώ άλλα είναι πιο σύνθετα και  απαιτούν φαρμακευτική αγωγή ή χειρουργική επέμβαση. Εάν ξέρετε ότι το μωρό σας έχει κάποιο πρόβλημα καρδιάς  και θα επιθυμούσατε να μιλήσετε σε κάποιον  του οποίου το  παιδί έχει ένα παρόμοιο πρόβλημα, μιλήστε με τον παιδίατρο σας ο οποίος μπορεί να σας φέρει σε επικοινωνία με γονείς που ξέρουν τι περνάτε.

Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε από το www.babybaby.gr

«ΑΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ»

«ΑΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ»

Αυτισμός και σεξουαλική συμπεριφορά

Εισαγωγή

Έχει πλέον αναγνωριστεί διεθνώς ότι οι ανάγκες των ατόμων με νοητικές και αναπτυξιακές διαταραχές στον τομέα της σεξουαλικότητας δεν διαφέρουν από τις αντίστοιχες ανάγκες των φυσιολογικά αναπτυσσόμενων ατόμων. Σήμερα είναι διεθνώς αποδεκτό ότι τα άτομα αυτά έχουν δικαίωμα να βιώσουν στενή σχέση και αμοιβαία τρυφερότητα, να εκφράσουν τις ανάγκες τους ανάλογα με τους κοινωνικούς κανόνες, να εκπαιδευτούν στη σεξουαλική αγωγή και στον οικογενειακό προγραμματισμό, ακόμη και να παντρευτούν, αν το επιθυμούν και να έχουν πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες (Aunos et al. 2002).

Ωστόσο, ο μύθος της μειωμένης σεξουαλικότητας στα άτομα με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές κυριάρχησε μέχρι πρόσφατα, ενώ η βιβλιογραφία και η εμπειρία σχετικά με το θέμα αυτό και την αντιμετώπιση αντίστοιχων προβλημάτων είναι περιορισμένη. Σύμφωνα με την Konstantareas και συν (1997), η έρευνα της σεξουαλικότητας είναι, πράγματι περιορισμένη και εστιάζεται σε άλλες αναπηρίες εκτός από τον αυτισμό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι υποθέσεις και οι χειρισμοί των επαγγελματιών στις περισσότερες περιπτώσεις πιθανών προβλημάτων στηρίζονται, κυρίως, στις προσωπικές τους πεποιθήσεις και στα πολιτισμικά δεδομένα (Torisky 1985; Haracopos et al. 1988).

Σήμερα, μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος των επαγγελματιών στον τομέα του αυτισμού εστιάζεται στην προσέγγιση-αντιμετώπιση της σεξουαλικότητας με ευαισθησία, αναγνωρίζοντας τις ιδιαίτερες ποιοτικές αποκλίσεις στην κοινωνική αλληλεπίδραση, το ιδιαίτερο προφίλ μάθησης και τις ιδιαίτερες ανάγκες αυτών των ατόμων (Holmes et al. 2005). Ωστόσο, επειδή πρόκειται για φάσμα διαταραχών, που περιλαμβάνει άτομα με σοβαρές γνωστικές και συμπεριφορικές αποκλίσεις, καθώς και άτομα με υψηλές νοητικές δεξιότητες, μια προσέγγιση για όλους δεν είναι, προφανώς, αποτελεσματική.

Το άρθρο αυτό εστιάζεται σε βασικά στοιχεία σχετικά με τη σεξουαλικότητα των ατόμων με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού και αποτελεί μια προσπάθεια που έχει σκοπό την έναρξη συζήτησης και διαλόγου σχετικά μ’ ένα θέμα, στο οποίο δεν εστιάστηκε επαρκώς μέχρι σήμερα ούτε η έρευνα, αλλά ούτε η κοινωνία.

Η σεξουαλική συμπεριφορά και ο αυτισμός

Η σεξουαλικότητα δεν ορίζεται μόνο από τη σεξουαλική συμπεριφορά. Ο όρος αναφέρεται στις βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές και πνευματικές παραμέτρους της ζωής, που επηρεάζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων του ατόμου. Περιλαμβάνει σωματικές αλλαγές, συναισθήματα, την αίσθηση της ταυτότητας και πλήθος συμπεριφορικών εκδηλώσεων (Littner et al. 2001).

Επειδή ό όρος είναι ευρύς, οι επαγγελματίες και οι υπηρεσίες που υπηρετούν άτομα με αυτισμό και συναφείς διαταραχές, αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες, οι οποίες έχουν σχέση με διαφορετικές παραμέτρους, όπως:

* Την ιδιαίτερη φύση και ποιότητα των διαταραχών του φάσματος του αυτισμού
* Τις απόψεις των γονέων, των εκπαιδευτικών και της κοινωνίας σχετικά με τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική ανάπτυξη των ατόμων με αυτισμό
* Την πολιτική-νομοθεσία, που προστατεύει τα δικαιώματα των ατόμων σχετικά με τη σεξουαλικότητα
* Το επίπεδο της εκπαίδευσης που παρέχεται στους εφήβους και στους ενήλικες με αναπηρίες, σχετικά με τα θέματα αυτά
* Τα τα άτομα που αναλαμβάνουν αυτή την εκπαίδευση
* Τα θέματα «συνειδητής συναίνεσης» και ποιος αποφασίζει αν τα άτομα με αναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός είναι ικανά να αποφασίσουν σχετικά με θέματα ιδιωτικότητας και σεξουαλικής δραστηριότητας.

Καθοριστικής σημασίας στην προσέγγιση της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ατόμων με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού είναι η κατανόηση της ιδιαίτερης φύσης των ποιοτικών αποκλίσεων στους τομείς της αμοιβαίας κοινωνικής αλληλεπίδρασης, της επικοινωνίας και της σκέψης-φαντασίας-συμπεριφοράς. Η ποιοτική απόκλιση στον τομέα της κατανόησης, της δημιουργίας και της διατήρησης κοινωνικών σχέσεων, είναι το κύριο πρόβλημα, που επηρεάζει άμεσα τη σεξουαλική συμπεριφορά των ατόμων με αυτισμό (APA 1994, WHO 1992). Στις περισσότερες περιπτώσεις οι δυσκολίες κοινωνικότητας και επικοινωνίας παραμένουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής, παρά την εξέλιξη της λειτουργικότητας σε άλλους τομείς κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή (Wing 1996, Mesibov 1982). Οι αποκλίσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας εκδηλώνονται στη φάση αυτή της ζωής ως δυσκολία αντίληψης της συναισθηματικής διαθεσιμότητας των άλλων και ως δυσκολία ενσυναίσθησης. Επίσης, έφηβοι και ενήλικες με αυτισμό και συναφείς διαταραχές έχουν δυσκολία να εκφράσουν συναισθήματα με τρόπο κατανοητό από τους άλλους, ενώ οι φιλικές σχέσεις αποτελούν τομέα με σοβαρές δυσκολίες (Mesibov 1982).

Η ελλιπής αντίληψη και κατανόηση των συναισθηματικών εκφράσεων των άλλων έχει σχέση με την περιορισμένη φαντασία, με τις δυσκολίες οργάνωσης και σχεδιασμού. Η ικανότητα του ατόμου να φανταστεί το πιθανό αποτέλεσμα των πράξεών του, να στηριχθεί σε προηγούμενες εμπειρίες και συνέπειες, ώστε να φανταστεί και να προβλέψει τι μπορεί να συμβεί τώρα ή αργότερα, είναι πέρα από τις δυνατότητές του.

Τα προβλήματα στη σεξουαλική ανάπτυξη και στη συμπεριφορά των ατόμων με αυτισμό και συναφείς διαταραχές οφείλονται στις διάχυτες γνωστικές αποκλίσεις στους τομείς της κοινωνικότητας, της επικοινωνίας και της οργάνωσης-φαντασίας. Η σεξουαλικότητα είναι μέρος της σωματικής ανάπτυξης. Είναι συνδεδεμένη με το νευρικό σύστημα, με το μεταβολισμό και με τις ορμόνες. Αναπτύσσεται μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία, τη σωματική επαφή, το παιχνίδι και την αφομοίωση των κοινωνικών κανόνων. Είναι συναισθηματική εμπειρία του εαυτού και των άλλων. Απαιτεί φαντασία, που στηρίζεται στην αντίληψη, στην κατανόηση και στο συμβολισμό εννοιών από τις καθημερινές εμπειρίες, είναι επιθυμία και διέγερση. Απαιτεί να την ανακαλύψει κανείς και να τη βιώσει.

Ωστόσο, η κοινωνική αλληλεπίδραση, η επικοινωνία και η σωματική επαφή είναι κυρίαρχα προβλήματα στον αυτισμό. Η εφηβεία με την ξαφνική ανάπτυξη και αλλαγή του σώματος και με την αυξανόμενη σεξουαλική ορμή, μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος, έως πανικό στο άτομο με αυτισμό. Η ελλιπής κατανόηση των κοινωνικών κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε αυνανισμό σε δημόσιους χώρους. Εξαιτίας της ελλιπούς ενσυναίσθησης, το νέο άτομο μπορεί να προσπαθήσει να ακουμπήσει και να φιλήσει αγνώστους. Παρά την έλλειψη των δεξιοτήτων που απαιτούνται για τη δημιουργία συναισθηματικής σχέσης, η επιθυμία του για σχέση με αγόρι ή κορίτσι αντίστοιχα, μπορεί να μετατραπεί σε εμμονή και ψυχαναγκασμό. Η αποτυχία δημιουργίας φιλίας και σχέσεων αγάπης και η απόρριψη της σεξουαλικά κατευθυνόμενης σωματικής επαφής μπορεί να προκαλέσει απογοήτευση, επιθετική και αυτοτραυματική συμπεριφορά. Το άτομο μπορεί να απομονωθεί περισσότερο εξαιτίας αυτών των συμπεριφορών (Elgar 1985).

Ερευνητικά δεδομένα

Τα άτομα με αυτισμό αδυνατούν ή έχουν σοβαρή δυσκολία στον έλεγχο και στην κάλυψη των αναγκών τους και στη δημιουργία σεξουαλικής σχέσης (Masters et al. 1988). Μελέτες εστιασμένες στη σεξουαλική συμπεριφορά αυτών των ατόμων υποστηρίζουν ότι εκδηλώνεται συχνά με ακατάλληλο τρόπο για το περιβάλλον, αλλά και για το ίδιο το άτομο. Οι εκδηλώσεις αποκλίνουν, συνήθως, σε σχέση με τους κανόνες αποδεκτής συμπεριφοράς. Μεταξύ αυτών κυριαρχούν ο αυνανισμός δημόσια, η ακατάλληλη σεξουαλική συμπεριφορά προς τους άλλους και οι αυτοτραυματικές συμπεριφορές κατά τον αυνανισμό. Συχνά, τα προβλήματα συμπεριφοράς, μπορεί να οφείλονται σε ανεπίλυτα σεξουαλικά προβλήματα. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων είναι περιορισμένες ή ακατάλληλες, ενώ η παραμέληση τους μπορεί να υποβαθμίσει σοβαρά την ποιότητα ζωής του ατόμου (Elgar 1985).

Σύμφωνα με τον Masters και συν (1988), ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η σεξουαλικότητα έχει άμεση σχέση με το αναπτυξιακό επίπεδο του ατόμου. Σε άτομα με χαμηλή λειτουργικότητα στα πλαίσια της καθημερινής ζωής, που είναι αντίστοιχη παιδιού 1,6 έως 5,4 χρονών, ο αυνανισμός είναι η πιο συχνή σεξουαλική συμπεριφορά και συμβαίνει δημόσια σε πολλές περιπτώσεις. Από πολλές πλευρές, η συμπεριφορά αυτή παραπέμπει στα φυσιολογικά αναπτυσσόμενα 3-5χρονα παιδιά, τα οποία μπορεί να παρουσιάσουν παρόμοιες συμπεριφορές δημόσια.

Σε άτομα με μέτρια λειτουργικότητα, αντίστοιχη παιδιών 4,1-5,4 χρονών, παρατηρείται μικρότερη τάση για αυνανισμό, που συμβαίνει δημόσια μερικές φορές και σεξουαλική συμπεριφορά προς επιλεγμένους άλλους. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των φυσιολογικά αναπτυσσόμενων παιδιών νηπιακής ηλικίας.

Στα άτομα υψηλής λειτουργικότητας, αντίστοιχη παιδιών 5,4 χρονών και πάνω, παρατηρείται αυνανισμός αλλά όχι δημόσια, περιορισμένη σεξουαλική συμπεριφορά προς τους άλλους και επιθυμία για σχέση. Το ενδιαφέρον για αυνανισμό μειώνεται καθώς το άτομο μεγαλώνει. Η συμπεριφορά των ατόμων αυτών μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των φυσιολογικά αναπτυσσόμενων εφήβων, που παρουσιάζουν κάποιες δυσκολίες στη δημιουργία στενής σχέσης.

Σεξουαλική καθοδήγηση και εκπαίδευση

Τα φυσιολογικά αναπτυσσόμενα άτομα κατακτούν αυτόματα τους κανόνες που διέπουν τη γνωριμία με τους άλλους, πώς να προσεγγίσουν, πώς να δημιουργήσουν, πώς να διατηρήσουν και πώς να τελειώσουν μια σχέση. Το άτομο με αυτισμό πρέπει να τα μάθει όλα αυτά, πρέπει να εκπαιδευτεί και να ξεπεράσει τις δυσκολίες του, να ερμηνεύσει τα μηνύματα και τις αντιδράσεις των άλλων και να κατανοήσει τη διαφορά στην ποιότητα των σχέσεων. Η σεξουαλική καθοδήγηση απαιτεί προσαρμογή και εξατομίκευση, ανάλογα με το επίπεδο των ικανοτήτων, της κατανόησης και της κοινωνικής ωριμότητας του ατόμου (Mesibov et al. 1980).

Η σεξουαλικότητα δεν μπορεί να απομονωθεί από την υπόλοιπη ζωή και απαιτεί κατανόηση της σημασίας της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Η δημιουργία συνθηκών και η υποστήριξη της συνεύρεσης δυο ατόμων, όταν και τα δυο ή τουλάχιστον το ένα δεν συνειδητοποιεί την κατάσταση, είναι απλώς ανευθυνότητα, προβολή αναγκών και στενή αντίληψη για τα πράγματα. Ένα τέτοιο πείραμα δεν βοηθά τα άτομα με νοητικές και αναπτυξιακές αναπηρίες να αντιμετωπίσουν τα συναισθηματικά και κοινωνικά τους προβλήματα. Οι περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις αφορούν μόνο εκείνους που είναι σε θέση να κατανοήσουν τις έννοιες της επιλογής και των συνεπειών (Elgar 1985)

Μερικά άτομα με αυτισμό μπορεί να εκφράσουν την επιθυμία για στενή σχέση, για γάμο και παιδιά, αλλά μπορεί να μην αντιλαμβάνονται τι σημαίνουν όλα αυτά. Οι δηλώσεις αυτές δεν είναι ενδεικτικά στοιχεία εσωτερικής αναστάτωσης λόγω σεξουαλικών αναγκών. Μπορεί απλώς να κινητοποιούνται από τις συζητήσεις και από τις κοινωνικές δραστηριότητες του περιβάλλοντος. Το επίπεδο της κοινωνικής ωριμότητας και της συναισθηματικής ανάπτυξης, που χαρακτηρίζει τον αυτισμό παρεμποδίζει σοβαρά τις σεξουαλικές σχέσεις. Συνήθως, τα άτομα με αυτισμό δεν έχουν ανάγκη να μοιραστούν ιδέες και συναισθήματα. Μπορούν να μάθουν κάποιες δεξιότητες μέσα από τη συνήθεια, ανάλογα με το επίπεδο τους, αλλά οι κοινωνικές δυσκολίες συνεχίζουν να υπάρχουν. Μπορούν να μάθουν ένα τρόπο ζωής, αλλά όχι το νόημα αυτού του τρόπου ζωής (Elgar 1985).

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα, τα άτομα με αυτισμό, έχουν σεξουαλικές ανάγκες, βιώνουν αντίστοιχα συναισθήματα και εκδηλώνουν αντίστοιχες συμπεριφορές σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Στις περιπτώσεις αυτές έχουν ανάγκη από βοήθεια, η οποία ποικίλει ευρέως από άτομο σε άτομο, ακόμη και σε άτομα με το ίδιο αναπτυξιακό επίπεδο. Η βοήθεια παρέχεται στο άτομο που την έχει ανάγκη, τη στιγμή που την έχει ανάγκη και είναι σε θέση να την αξιοποιήσει (Mesibov 1985)

Οι ανάγκες των ατόμων με αυτισμό για εκπαίδευση στη σεξουαλικότητα διαφέρουν, ανάλογα με το επίπεδο λειτουργικότητας. Η διάκριση μεταξύ των προσωπικών πεποιθήσεων των θεραπευτών και των εκπαιδευτικών τεχνικών είναι καθοριστικής σημασίας. Η εκπαίδευση στη σεξουαλικότητα είναι συνεχιζόμενη διαδικασία (Mesibov et al. 1983). Σύμφωνα με τους Haracopos και Pedersen (1992), ένα ρεαλιστικό σχέδιο παρέμβασης εστιάζεται στους παρακάτω τομείς:

1. Στις απόψεις, τακτικές και ηθικές αρχές σχετικά με τον αυτισμό και τη σεξουαλικότητα και στη διάκριση μεταξύ των προσδοκιών του περιβάλλοντος, των κανόνων και προσδοκιών και του τι μπορεί να κάνει το άτομο με αυτισμό
2. Στο ποινικό δίκαιο και στους κανόνες, που είναι, συχνά, εμπόδιο στη σεξουαλική καθοδήγηση και εκπαίδευση. Ένα αποδεκτό σχέδιο παρέμβασης περιλαμβάνει:

* Συστηματική ανάλυση της σεξουαλικής συμπεριφοράς του ατόμου, που οδηγεί στην κατανόηση των αναγκών του.
* Σχέδιο σεξουαλικής καθοδήγησης και εκπαίδευσης, που εστιάζεται στην ικανοποίηση των αναγκών του ατόμου, αν είναι δυνατόν.
* Συζήτηση και αποδοχή του σχεδίου εκπαίδευσης απ’ όλους τους εμπλεκόμενους και από τους γονείς.
* Αποδοχή του σχεδίου από το άτομο, ακόμη κι όταν δεν μπορεί να εκφραστεί, μέσα από την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και των αντιδράσεών του.

1. Στην αξιολόγηση του προβλήματος και στη λεπτομερή ανάλυση του τι συμβαίνει πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη σεξουαλική συμπεριφορά, με αναφορά στα εξής:

* Σημάδια σεξουαλικής συμπεριφοράς: υπάρχουν ή όχι; Τι ακριβώς κάνει;
* Σε ποιόν ή σε τι κατευθύνεται η συμπεριφορά; Προς το ίδιο το άτομο, προς άλλα άτομα ή αντικείμενα;
* Τι πυροδοτεί τη συμπεριφορά του ατόμου; Εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα (εικόνες, αντικείμενα, άτομα, κ.λ.π.);
* Περιγραφή της συμπεριφοράς κατά τη διέγερση (πού, πότε, σωματικές αντιδράσεις του ατόμου, επικοινωνία και συναισθηματική κατάσταση)
* Συχνότητα, διάρκεια και ένταση
* Πώς αντιδρούν οι άλλοι; είναι παθητικοί, το καθοδηγούν λεκτικά, τι μπορεί να βοηθήσει το άτομο; Αποδέχονται οι άλλοι τη συμπεριφορά, είναι υποστηρικτικοί ή βάζουν όρια; Νιώθουν άνετα, εκδηλώνουν άγχος ή προσβάλλονται;
* Φυσιολογική και ψυχολογική κατάσταση του ατόμου: δείχνει ικανοποιημένο, χαλαρό, θυμωμένο ή αγχωμένο;

Για τους γονείς εφήβων με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού

Καθοριστικής σημασίας είναι η συλλογή πληροφοριών και η προετοιμασία των γονέων ώστε να είναι σε θέση να απαντήσουν σε πιθανές ερωτήσεις του παιδιού. Η συνεργασία και η συζήτηση μεταξύ των γονέων προκαταβολικά και οι κοινές αποφάσεις σχετικά με το χειρισμό του θέματος, θέτουν τις βάσεις της αντιμετώπισης.

Η σαφήνεια των πληροφοριών που παρέχουν οι γονείς στον έφηβο είναι καθοριστική. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες, καθώς και φωτογραφίες των μελών της οικογένειας για να συζητηθούν οι σχέσεις μεταξύ αυτών και η κοινωνική αλληλεπίδραση. Ανάλογα με το επίπεδο λειτουργικότητας του εφήβου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σκίτσα του σώματος για έμφαση σε συγκεκριμένα μέρη και στη λειτουργία αυτών. Πιο συγκεκριμένα θέματα, όπως η προσωπική υγιεινή κατά την έμμηνο ρύση στα κορίτσια, απαιτούν οργάνωση της διαδικασίας σε πολλά, μικρά βήματα, συχνή ανασκόπηση των βημάτων αυτών με την έφηβη και επιβράβευση.

Η εξάσκηση είναι απαραίτητη, όπως και η δημιουργία καταστάσεων που παρέχουν ευκαιρίες για εξάσκηση. Χρησιμοποιείται ό,τι είναι δυνατό και επιτρεπτό, όπως βιβλία και βίντεο, για να γίνουν αντιληπτά και να συζητηθούν θέματα σχετικά με τη σεξουαλικότητα.

Η γνωριμία και η επαφή με άλλους γονείς προωθεί την εκπαίδευση μέσα από την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους τρόπους αντιμετώπισης του συγκεκριμένου θέματος. Η συζήτηση των ανησυχιών με ένα πρόσωπο αναφοράς, γιατρό ή άλλο επαγγελματία υγείας, που έχει την ευθύνη του παιδιού, είναι απαραίτητη. Καθοριστικής σημασίας είναι η αναγνώριση και η προσοχή στα συναισθήματα του παιδιού. Είναι μοναδική ευκαιρία για τους γονείς να το γνωρίσουν καλύτερα. Είναι επίσης σημαντικό να μη διστάσουν οι γονείς να απαντήσουν «δεν ξέρω», αν όντως δεν ξέρουν και να συνεχίσουν ως εξής: «Μπορούμε, όμως, να βρούμε μαζί την απάντηση».

Στα θέματα αυτά δεν υπάρχει μια-μοναδική, κατάλληλη προσέγγιση. Οι γονείς έχουν την ευκαιρία να διερευνήσουν, να πειραματιστούν, να είναι δημιουργικοί και να μάθουν από τα λάθη και από τις επιτυχίες τους!

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Β.
Επίκουρος Καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων