Archive for the Category »ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ «

«Προβλήματα προσαρμογής του παιδιού του δημοτικού σχολείου»

                                  

    «Η είσοδος στο σχολείο είναι ορόσημο στη ζωή του παιδιού, γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί στο σχολείο, μπορεί να εκδηλωθούν από τις πρώτες κιόλας ημέρες της φοίτησής του. Η είσοδος στο σχολείο, για μερικά παιδιά είναι ένα γεγονός γεμάτο από δυσκολίες, διότι αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο ζωής τους. Για τα περισσότερα παιδιά, η φοίτηση στο σχολείο αποτελεί την πρώτη τους εμπειρία παρατεταμένης απομάκρυνσης από το σπίτι. Κάθε εργάσιμη ημέρα, για πολλές συνεχείς ώρες, το παιδί απομακρύνεται από τις γνώριμες και βολικές συνήθειες του σπιτιού, από έναν τρόπο ζωής όλο παιχνίδι και με μία στοργική μητέρα δίπλα του, πάντα διαθέσιμη, για να βρεθεί «σφηνωμένο» μέσα στην αυστηρή πειθαρχία, στις κοπιαστικές μαθήσεις και στην οχλοβοή της σχολικής ζωής. Όλες αυτές τις ώρες, το παιδί δεν έχει καμία πρόσβαση και καμία δυνατότητα προσφυγής στη μητρική προστασία και συμπαράσταση. Τα σκήπτρα της εξουσίας έχουν περάσει πια σε άλλα χέρια, σε «ξένα» χέρια. Την τύχη του τώρα την καθορίζουν μερικοί “άγνωστοι”».(Herbert, 1989: 142).

    Το παιδί, με την είσοδό του στο σχολείο, μεταφέρεται από ένα σχετικά «κλειστό», θα λέγαμε, σύστημα, όπου οι κανόνες και οι απαιτήσεις του είναι γνωστές και προβλέψιμες, σε ένα σύστημα «ανοικτό», όπου η ζωή, τις πρώτες τουλάχιστον εβδομάδες, είναι γεμάτη από απροσδόκητα, απρόβλεπτα και, μερικές φορές, δυσάρεστα γεγονότα. Οι απαιτήσεις και εντάσεις του καινούριου περιβάλλοντος-πραγματικές ή φανταστικές είναι πολλές. Το παιδί πρέπει να διαθέτει αρκετή ευελιξία και αυτοέλεγχο για να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει.

Η σχολική ζωή προβάλλει στο παιδί απαιτήσεις ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγκέντρωση της προσοχής του, την ικανότητα να κάθεται στη θέση του ήσυχο και να εργάζεται ως την ολοκλήρωση του έργου που κάθε φορά αναλαμβάνει, οι οποίες του είναι ουσιαστικά πρωτόγνωρες. Ποτέ πριν δεν του είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο συστηματικά. Τώρα με τον ερχομό του στο σχολείο, το παιδί μπαίνει σ’ ένα οργανωμένο κοινωνικό περιβάλλον και μερικά γενικά προβλήματα προσαρμογής είναι σχεδόν αναπόφευκτα. Είναι το παιδί μέλος μιας κοινωνικής ομάδας, προς την οποία έχει ορισμένες ευθύνες και υποχρεώσεις. Αλλά ας αναφέρουμε με τη σειρά τα γενικά προβλήματα προσαρμογής:

Το πρόβλημα της προσαρμογής προς το νέο κοινωνικό περιβάλλον

    Καμιά φορά εκτός από τους άλλους παράγοντες, που μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα, οι ίδιοι οι γονείς προετοιμάζουν πάρα πολύ άσχημα το παιδί τους για το σχολείο, όπως με περιγραφές της σχολικής ατμόσφαιρας μη ανταποκρινόμενες πάντοτε προς την πραγματικότητα. «Ο δάσκαλος έχει μια βέργα τόσο μεγάλη και μάλιστα λένε ότι σπάει 2-3 τέτοιες κάθε μέρα στα χέρια των παιδιών».

Έτσι το παιδί σχηματίζει μια κακή ιδέα για το σχολείο, το οποίο πριν ακόμα το επισκεφθεί, το θεωρεί σαν δεσμωτήριο, ενώ το δάσκαλο σαν υπερφυσικό ον. Από την άλλη όμως μεριά υπάρχουν πολλοί φιλότιμοι δάσκαλοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αυτό πάρα πολύ καλά. Οργανώνουν δηλαδή μια μικρή γιορτή για τα παιδάκια που θα έρθουν πρώτη φορά στο σχολείο, με ένα ειδικό πρόγραμμα καλωσορίσματος. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα αισθάνονται ότι είναι αποδεκτά από την ομάδα και επομένως όλα θα πάνε καλά. Αν αυτό δεν συμβεί, δημιουργείται ο φόβος του σχολείου με όλες τις συνέπειες στον τομέα της μαθήσεως. Τα παιδιά τα οποία ρέπουν προς το φόβο του σχολείου, είναι εκείνα τα οποία ανατράφηκαν σε πολύ αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον. Συνέπεια του φόβου του σχολείου μπορεί επίσης να είναι και η σχολική αποτυχία, που είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυδιάστατο πρόβλημα.  

 

   Το πρόβλημα της προσαρμογής προς τη μάθηση

    Στην προσχολική του ηλικία το παιδί μάθαινε όποτε ήθελε και ό, τι ήθελε. Τώρα μπαίνει σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα μαθήσεως, που το κάνει κάπως να στεναχωριέται και πολλές φορές από ένα αδέξιο χειρισμό του δασκάλου μπορεί να δημιουργηθεί στο παιδί εχθρότητα και για το σχολείο και για το δάσκαλο και για τη μάθηση .Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ανακαλύπτεται από την αρχή το δυναμικό των παιδιών και πάνω σ’ αυτό να στηρίζονται οι απαιτήσεις του σχολείου στον τομέα της μαθήσεως. Γενικότερα, το σχολείο πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπ’ όψη του τις ατομικές διαφορές των παιδιών.

    Θα περιγράψουμε παρακάτω λίγες περιπτώσεις παιδιών, που γίνονται αφορμή διασαλεύσεως της ομαλής λειτουργίας της τάξεως ή και του σχολείου ολόκληρου.

   « α) Το ασθενικό παιδί

         Είναι το παιδί, που, ενώ από το σπίτι του ξεκινά υγιέστατο, μόλις πατήσει το πόδι του στο κατώφλι του σχολείου, αρχίζει εμετούς, λιποθυμίες, πονοκεφάλους ή διαταραχές του στομαχιού. Τα παιδιά του σχολείου χρησιμοποιούν συνήθως αυτές τις αντιδράσεις σαν μηχανισμούς άμυνας για κάτι που δεν τα ευχαριστεί. Τα αίτια της καταστάσεως αυτής βρίσκονται είτε στο σχολείο είτε στο σπίτι ή στο γενικότερο περιβάλλον του παιδιού, ή τέλος και στο ίδιο το παιδί.

    β) Το πεισματάρικο παιδί

         Είναι το παιδί, που έχει αναπτύξει εχθρικές διαθέσεις προς το σχολικό περιβάλλον και ποτέ δεν έχει τη διάθεση να πειθαρχήσει στις εντολές και στις αρχές της ομάδας, στην οποία ανήκει.

 Το πείσμα είναι έκφραση εσωτερικής διαταραχής. Πείσμα, ως μόνιμη κατάσταση, είναι εκδήλωση διαταραχής της συναισθηματικής καταστάσεως των παιδιών ή της προσωπικότητας και αποτελεί πρόβλημα προσαρμογής στο σχολείο.

    γ) Το ονειροπόλο παιδί

         Είναι εκείνο που ζητά τη μόνωση και αποφεύγει να συμμετέχει σε κάθε ομαδική σχολική εκδήλωση. Στα διαλείμματα, ενώ όλα τα παιδιά τρέχουν, πηδούν, παίζουν, αυτό απομακρύνεται σε μια γωνιά και ονειροπολεί.

     δ) Το πολύ έξυπνο ή το εξαιρετικό παιδί

          Το έξυπνο παιδί δημιουργεί προβλήματα, όταν παρακολουθεί πρόγραμμα που δεν είναι προσαρμοσμένο στα μέτρα του. Αν δεν δοθεί ύλη ανάλογη προς την προηγμένη νοημοσύνη του, τότε υπάρχει κίνδυνος το παιδί να μεταπέσει στην κατάσταση του καθυστερημένου. Γι’ αυτό απαιτείται η ίδρυση ειδικού σχολείου, που να έχει πρόγραμμα γι’ αυτή την περίπτωση των παιδιών. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν ειδικά προβλήματα συμπεριφοράς (επιθετικότητα, εχθρότητα, μόνωση, πείσμα). Επίσης, υστερούν και από άποψη κοινωνικότητας». (Τριανταφύλλου, 1999: 114-116). 

Μαρία Κρητικού, Εκπαιδευτικός

«ΑΦΑΣΙΑ»

brainΤι είναι η αφασία;
Κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί το λόγο. Μέρη της χρήσης του λόγου είναι να
μιλάμε, να βρίσκουμε τις σωστές λέξεις, να καταλαβαίνουμε, να διαβάζουμε,
να γράφουμε και να κάνουμε χειρονομίες. Η αφασία επισημάνεται όταν
εξαιτίας της εγκεφαλικής βλάβης ένα ή περισσότερα μέρη του λόγου δεν
λειτουργούν σωστά. Επομένως, Αφασία – Α (=στερητικό α) φασία (=μιλώντας)
σημαίνει πως κάποιος πλέον δεν μπορεί να πει αυτό που θέλει. Δεν μπορεί
να χρησιμοποιήσει το λόγο. Εκτός από την αφασία μπορεί να προκληθεί και
παράλυση ή και άλλα προβλήματα σχετικά με:
-τις συνειδητές/εκούσιες κινήσεις,
-την παρατήρηση του περιβάλλοντος,
-την αυτοσυγκέντρωση, την πρωτοβουλία, και την μνήμη.
Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να κάνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα.
Πολλοί άνθρωποι έχουν ζήσει την εμπειρία του να μην γίνονται κατανοητοί
ή του να μην μπορούν να καταλάβουν το τι λέει ο άλλος κατά τη διάρκεια
των διακοπών τους στο εξωτερικό. Ακόμα και σε χώρες όπου γνωρίζουμε
τη γλώσσα πολύ καλά, μπορούμε να έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, όπως
για παράδειγμα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο γιατρό. Σε χώρες
όπου δεν γνωρίζουμε τη γλώσσα καλά, η επικοινωνία μας είναι πάντοτε
περιορισμένη, και συνήθως δεν επιτυγχάνουμε να παραγγείλουμε το φαγητό
που θα θέλαμε. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία αντιμετωπίζουν
τέτοια προβλήματα καθημερινά. Επομένως, η αφασία είναι ένα πρόβλημα
του λόγου. Δεν υπάρχουν δύο άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία
στον ίδιο βαθμό, η αφασία είναι διαφορετική για τον καθένα. Ο βαθμός
της εξέλιξης της αφασίας εξαρτάται, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, στην
τοποθεσία και στο βαθμό της εγκεφαλικής βλάβης, την γλωσσολογική
ικανότητα του ασθενή και την προσωπικότητά του. Μερικοί άνθρωποι με
αφασία μπορούν να καταλάβουν το λόγο σωστά αλλά έχουν πρόβλημα να
βρουν τις σωστές λέξεις ή να φτιάξουν προτάσεις. Κάποιοι άλλοι, ωστόσο,
μπορούν να μιλήσουν άνετα αλλά ότι λένε είναι δυσνόητο. Αυτοί οι ασθενείς
συνήθως έχουν μεγάλο πρόβλημα να καταλάβουν το λόγο. Η γλωσσολογική
ικανότητα των ανθρώπων με αφασία βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε
αυτά τα δύο άκρα. Όμως προσέξτε: κάποιος που υποφέρει από αφασία
έχει ακέραιες νοητικές ικανότητες. Σχεδόν πάντα γίνεται κάποια αυτόματη
αποκατάσταση του λόγου όταν παρουσιάζεται η αφασία. Η συγκεκριμένη
αποκατάσταση ωστόσο είναι σπάνια ή δεν είναι ολοκληρωτική. Ωστόσο με
πολλή εξάσκηση, προσπάθεια και επανάληψη μπορεί να επιτευχθεί κάποια
βελτίωση.

Η ανάπτυξη της αφασίας
Η αφασία είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής βλάβης. Η αιτία της εγκεφαλικής
βλάβης είναι συνήθως οι αγγειακές επιπλοκές. Τέτοιες επιπλοκές καταλήγουν
σε εγκεφαλικό, εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό έμφαρκτο ή αποπληξία.
¨Άλλες αιτίες για την ανάπτυξη της αφασίας είναι για παράδειγμα τραύμα στον
εγκέφαλο (συνήθως αποτέλεσμα ατυχήματος) ή όγκος στον εγκέφαλο.
Ο εγκέφαλός μας χρειάζεται οξυγόνο και γλυκόζη προκειμένου να
λειτουργήσει. Εάν, εξαιτίας εγκεφαλικού ή άλλων αιτιών, η κυκλοφορία του
αίματος στον εγκέφαλο παρουσιάσει επιπλοκές, τότε τα εγκεφαλικά κύτταρα
θα νεκρωθούν στην συγκεκριμένη περιοχή. Στον εγκέφαλο υπάρχουν
διάφορες περιοχές με διαφορετικές λειτουργίες. Στους περισσότερους
ανθρώπους η περιοχή για τη χρήση της γλώσσας βρίσκεται στο αριστερό
μέρος του εγκεφάλου. Σε περίπτωση τραύματος σε αυτές τις περιοχές τότε
αναφερόμαστε στην αφασία.
Ποια επιπρόσθετα προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν;
Σπάνια συμβαίνει ο ασθενής να υποφέρει μόνο από αφασία. Συνήθως
επηρεάζονται και άλλα μέρη του εγκεφάλου. Παραδείγματα από επιπρόσθετα
προβλήματα είναι τα εξής :
-Περίπτωση ημιπληγίας. Για τους ασθενείς που υποφέρουν από αφασία,
αφορά συνήθως το δεξιό μέρος του σώματος. Η επαφή των μυών στο ένα
μέρος του σώματος επηρεάζεται με αποτέλεσμα να δυσλειτουργούν.
-Απώλεια της μισής όρασης (Ημιοψία). Οι περισσότεροι ασθενείς βλέπουν
μόνο οτιδήποτε βρίσκεται από τη μεριά του σώματός τους που είναι υγιής
αλλά όχι από την μεριά που έχει επηρεαστεί.
-Απώλεια γνώσης σχετικά με το πώς κάποιες διαδικασίες πραγματοποιούνται
(Απραξία). Απλές διαδικασίες όπως το να ντυθείς, να φας και να πιείς
ξαφνικά δεν μπορούν πλέον να γίνουν συνειδητά. Για παράδειγμα, κάποιος
που υποφέρει από απραξία δεν ξέρει πώς να σβήσει ένα κερί όταν του
ζητηθεί (συνειδητή πράξη), ενώ μπορεί να σβήσει αυτόματα το σπίρτο που
κρατά όταν βρίσκεται σε κίνδυνο να κάψει τα δάχτυλά του.
-Προβλήματα με την κατάποση τροφών και υγρών (Δυσφαγία). Εξαιτίας της
εγκεφαλικής βλάβης οι μύες της κατάποσης και του γαστρικού συστήματος
μπορεί να παραλύσουν ή να ευαισθητοποιηθούν, ή ακόμη και να μην
λειτουργούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αναγκαία διαδικασία της λήψης
τροφής και της πόσης γίνεται ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Η παράλυση
και η απώλεια της αίσθησης στα μάγουλα, μπορεί να προκαλέσει την
ανεπαίσθητη έκκριση σάλιου από την γωνία της στοματικής κοιλότητας.
-Προβλήματα μνήμης. Στην προσπάθεια να ανακαλέσουμε πληροφορίες,
η γλώσσα έχει ένα πολύ σπουδαίο ρόλο. Εξαιτίας της γλωσσολογικής
ανεπάρκειας, η μνήμη φαίνεται να δυσλειτουργεί. Για αυτό το λόγο, πάντα
να γράφετε κάποιες λέξεις ‘κλειδιά’ που θα μπορούσαν να βοηθήσουν
τον ασθενή που υποφέρει από αφασία να θυμάται ευκολότερα κάποια
πράγματα.
-Διαφορετικές αντιδράσεις. Συχνά κάποιοι ασθενείς αντιδρούν πολύ
διαφορετικά σε κάποιες καταστάσεις μετά το εγκεφαλικό, απ’ ότι θα
αντιδρούσαν στο παρελθόν. Ο έλεγχος της αυτοσυγκράτησης και της
έκφρασης των συναισθημάτων γίνεται πιο δύσκολος. Είναι πιθανό κάποιοι
ασθενείς να γελούν ή και να κλαίνε πιο συχνά, ενώ παράλληλα ακόμη και
η προσπάθεια να σταματήσουν να είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ ότι στο
παρελθόν.
-Επιληψία. ¨Όταν ο εγκέφαλος συνέρχεται από τη βλάβη συνήθως
δημιουργείται μια ουλή. Συχνά αυτή η ουλή αναπτύσσει ένα είδος ‘κλειστού
κυκλώματος’ μέσα στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα το σώμα να δονείται, η
αναπνευστική λειτουργία να χάνει την ομαλό ρυθμό της και ο ασθενής να
χάνει τις αισθήσεις του. Οι επιληπτικές κρίσεις διαρκούν για λίγα λεπτά αλλά
συνήθως εμφανίζονται απροσδόκητα και οι επιπτώσεις που έχουν όχι μόνο
στον ασθενή αλλά και στην οικογένειά του είναι πολύ μεγάλες.
Η παραπάνω απαρίθμηση των επιπρόσθετων προβλημάτων δεν
εξαντλείται μόνο σε αυτά τα σημεία. Τα συμπτώματα της αφασίας και οι
επιπτώσεις της είναι διαφορετικές για τον κάθε ασθενή. Οποιοδήποτε από
τα προαναφερόμενα προβλήματα μπορεί να εμφανιστεί σε συνδυασμό με
την αφασία αλλά ωστόσο δεν είναι απαραίτητο.
Η θεραπεία της αφασίας.
Πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία έχουν εισαχθεί στο
νοσοκομείο για κάποιο χρονικό διάστημα συνήθως αφού έχει διαπιστωθεί
η εγκεφαλική βλάβη. ¨Όμως ακόμα και όταν τελειώσει η περίθαλψη στο
νοσοκομείο πολλοί άνθρωποι με αφασία χρειάζονται περαιτέρω θεραπεία
και υποστήριξη. Δυστυχώς δεν είναι πάντα σαφές σε ποιον θα μπορούσαν
να απευθυνθούν για την προκειμένη περίπτωση. Συμβουλευτείτε τον γιατρό
σας σχετικά με τις επιλογές που υπάρχουν στην περιοχή σας. Σχεδόν
πάντοτε οι λογοθεραπευτές είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την θεραπεία της
αφασίας. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων,
από την ανάρρωση του ασθενή από την αφασία και από τις επιλογές και
τους κανονισμούς της χώρας στην οποία ζει ο ασθενής.
Βασικές αρχές επικοινωνίας.
Λόγω της αφασίας συνήθως ο τρόπος με τον οποίο ασθενής αντιλαμβάνεται
κάτι ή ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται αλλάζει. Οι άνθρωποι μπορούν να
επικοινωνήσουν με κάποιον ο οποίος υποφέρει από αφασία χρησιμοποιώντας
με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις εναπομείναντες επιλογές επικοινωνίας.
Κάποιος με προχωρημένη αφασία συνήθως καταλαβαίνει τις πιο σημαντικές
λέξεις από μια πρόταση. Καταλαβαίνει τις λέξεις ‘κλειδιά’. Συνήθως όμως
αυτή η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει μια λανθασμένη συνεννόηση επειδή
ο συνδυασμός των λέξεων ‘κλειδιά’ και η γενική γνώση των πραγμάτων
μπορεί να οδηγήσει σε λάθος κατανόηση του μηνύματος. Συχνά εμείς
και κάποιος που υποφέρει από αφασία νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει
ο ένας τον άλλον πολύ καλά. Πολλές φορές στη συνέχεια της συζήτησης
αντιλαμβανόμαστε πως δεν είναι αυτή η πραγματικότητα.
Εάν θέλετε να πείτε κάτι σε κάποιον με αφασία
-Αρχικά, χρειάζεστε χρόνο για τη συζήτηση. Καθίστε άνετα και επιδιώξτε
οπτική επαφή.
-¨Εάν δεν ξέρετε πώς να ξεκινήσετε την κουβέντα, πείτε κάτι απλό για τον
εαυτό σας και στη συνέχεια κάντε ερωτήσεις για τις οποίες ήδη ξέρετε την
απάντηση.
-Μιλήστε αργά και σε μικρές προτάσεις, και τονίστε τις πιο σημαντικές λέξεις
της πρότασης.
-Γράψτε τις πιο σημαντικές λέξεις. Επαναλάβετε το μήνυμα και δώστε στον
ασθενή ότι γράψατε. Ο ασθενής μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως μνημονικό
ή ως μέσο επικοινωνίας.
-Βοηθήστε κάποιον με αφασία με τα προβλήματα έκφρασής του με το να
δείχνετε, να κάνετε χειρονομίες, να ζωγραφίζετε ή να γράφετε και το να
ρωτάτε εάν μπορεί να δείχνει, να κάνει νοήματα, να ζωγραφίζει ή να γράφει.
Συμβουλευτείτε μαζί με τον ασθενή κάποιο λεξικό τσέπης ή έναν οδηγό
επικοινωνίας.
Εάν κάποιος με αφασία θέλει να σας πει κάτι
Αρχικά πρέπει να είναι ξεκάθαρο σε ποιον αναφέρεται, τι συνέβη, και
πιθανότατα πότε και που συνέβη. Είναι πολύ σημαντικό να ρωτήσετε τις
σωστές ερωτήσεις, να είστε εφευρετικός, και να προχωρήσετε στην συζήτηση
όσο το δυνατόν πιο συστηματικά.
Βοηθητικά μέσα επικοινωνίας
Σε πολλές χώρες υπάρχουν ειδικά βιβλία επικοινωνίας με εικόνες, ζωγραφιές
και λέξεις. Με το να δείχνεις μια εικόνα ή μια ζωγραφιά κάνεις πιο ξεκάθαρο
τι ακριβώς εννοείς. Ρωτήστε το γιατρό ή το λογοθεραπευτή σας εάν τέτοιου
είδους βοηθήματα είναι διαθέσιμα στη χώρα σας. Εάν δεν υπάρχουν στη
χώρα σας, τότε θα μπορούσατε να κατασκευάσετε το δικό σας οδηγό
επικοινωνίας στο οποίο θα μπορούσατε να συμπεριλάβετε εικόνες και λέξεις
οι οποίες είναι σημαντικές για το άτομο που υποφέρει από αφασία. Με
αυτόν τον τρόπο, μπορείτε να ανοίξετε μια συζήτηση σχετικά με γεγονότα ή
συναισθήματα.
¨Όταν επικοινωνείτε με κάποιον που υποφέρει από αφασία με οδηγό
επικοινωνίας θα μπορούσατε να ψάξετε μαζί για ιδέες ή έννοιες που είναι
σημαντικές για τη συζήτηση. ¨Έχοντας χαρτί και μολύβι πρόχειρα μπορείτε
να σημειώσετε τις πιο σημαντικές λέξεις της συζήτησης τη μια κάτω από
την άλλη έτσι ώστε να είναι ευκολότερο για τον ασθενή να ακολουθήσει τη
κουβέντα και να θυμάται τα περιεχόμενά της.
Η υπομονή κατακτά τα πάντα.
Απαιτείται πολύς χρόνος και υπομονή προκειμένου να μπορέσουμε να
κάνουμε μια συζήτηση με κάποιον ο οποίος υποφέρει από αφασία. Κάποιες
φορές και αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα βοηθήματα επικοινωνίας μπορεί
ακόμη να μην καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Σε τέτοιες περιπτώσεις
σταματήστε την συζήτηση, χαλαρώστε για λίγο και συνεχίστε αργότερα.
Πιθανότατα να έχετε καλύτερη τύχη!

Από το www.aphasia-international.com.

«ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ»

Το εύρος των μαθησιακών δυσκολιών είναι πολυποίκιλο. Μια απλή κατηγοριοποίηση των διάφορων τύπων μαθησιακών δυσκολιών καταλήγει σε τρεις βασικές κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθησιακές δυσκολίες χωρίζονται σε:

  • Δυσκολίες λόγου και ομιλίας. Πρόκειται για δυσκολίες στην παραγωγή και κατανόηση του προφορικού λόγου. Τέτοιες μπορεί να αφορούν την παραγωγή ήχων (άρθρωση), τη μετατροπή ιδεών σε λόγο (έκφραση) ή τη κατανόηση των λεγομένων του συνομιλητή.
  • Δυσκολίες γραπτού λόγου. Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να αφορούν προβλήματα στην αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου, προβλήματα ορθογραφίας και γενικότερα προβλήματα στην παραγωγή γραπτού λόγου. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η περισσότερο γνωστή περίπτωση της δυσλεξίας (συχνά αναφέρεται και ως ειδική μαθησιακή δυσκολία).
  • Δυσκολίες μαθηματικού λόγου. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν δυσκολίες που στην αναγνώριση αριθμών και μαθηματικών συμβόλων, στην απομνημόνευση της προπαίδειας, στην κατανόηση αφηρημένων μαθηματικών εννοιών και στην επίλυση μαθηματικών προβλημάτων. Όπως και στην περίπτωση της προηγούμενης κατηγορίας (δυσκολίες γραπτού λόγου), πρόκειται για μορφές μαθησιακής δυσκολίας που, για προφανείς μάλλον λόγους, τις περισσότερες φορές ανιχνεύονται μετά την ένταξη του ατόμου στην εκπαιδευτική διαδικασία.
  • Άλλες δυσκολίες. Σε αυτή τη κατηγορία εντάσσονται δυσκολίες οι οποίες επηρεάζουν σαφώς τη διαδικασία της μάθησης και μπορούν να ενταχθούν κάτω από τον όρο «μαθησιακές δυσκολίες», χωρίς να εμπίπτουν σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες. Τέτοιες είναι οι οπτικο-κινητικές διαταραχές.

Από την Wikipedia

«ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΣΛΕΞΙΑ»

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι αυτή τη στιγμή, κανένας δεν ξέρει τι πραγματικά είναι δυσλεξία ή τι την προκαλεί. Ξέρουμε όμως πολλά για το δυσλεκτικό όρο και κατά συνέπεια η δυσλεξία τείνει να περιγραφεί από την άποψη των συμπτωμάτων της ή εναλλακτικά από αυτά που δεν είναι. Παραδείγματος χάριν «η δυσλεξία δεν οφείλεται σε χαμηλή νοημοσύνη» ή «η δυσλεξία δεν είναι ασθένεια, δεν έχει θεραπεία».

Στην αναζήτησή σας των πληροφοριών, θα ανακαλύψετε πολλούς ορισμούς και προτεινόμενες αιτίες της δυσλεξίας. Οι συγγραφείς θα υποβάλουν τις απόψεις και τις θεωρίες τους, οι οποίες θα διαφέρουν γενικά από τις απόψεις και τις θεωρίες άλλων. Δικαιολογημένα, αυτό συχνά οδηγεί σε σύγχυση. Εντούτοις, εάν βρίσκεστε σε αυτήν την θέση και αναρωτιέστε πώς μπορείτε να αρχίσετε να καταλαβαίνετε έναν όρο που δεν έχει έναν καθορισμό, μην απελπίζεστε.

Εκείνοι που συνεργάζονται με τα δυσλεκτικά παιδιά και τους ενηλίκους σε καθημερινή βάση, μαθαίνουν γρήγορα να αναγνωρίζουν τα σημάδια της δυσλεξίας. Αν και τα συμπτώματα που παρουσιάζουν δύο δυσλεκτικοί δεν είναι ακριβώς τα ίδια, όλοι οι δυσλεκτικοί μοιράζονται αρκετά κοινά συμπτώματα ώστε να κάνουν την αναγνώριση του όρου πιθανού.

Αντίθετα από άλλους, δεν επιθυμούμε να προσπαθήσουμε να σας επιβάλουμε έναν ενιαίο καθορισμό. Αντ’ αυτού έχουμε απαριθμήσει μερικούς από τους κοινούς ορισμούς που “κυκλοφορούν” αυτήν την περίοδο.

Εάν υποψιάζεστε ότι είστε δυσλεκτικοί, οι ίδιοι ή το παιδί σας, μπορείτε να το προσδιορίσετε με οποιοδήποτε από τους παρακάτω καθορισμούς. Να είστε τίμιοι με τον εαυτό σας, επειδή βαθιά μέσα σας γνωρίζετε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα και αυτό είναι το πρώτο βήμα για την επίλυση του.

ο απλός ορισμός της δυσλεξίας είναι «ευφυή, έξυπνα ή ακόμα και ταλαντούχα άτομα τα οποία, για κανέναν προφανή λόγο, αγωνίζονται να μάθουν μέσο της γραπτής ή προφορικής γλώσσας».

η παγκόσμια ομοσπονδία της νευρολογίας καθορίζει τη δυσλεξία ως «αναταραχή που φανερώνεται από τις δυσκολίες στην εκμάθηση του διαβάσματος, παρά την επαρκή νοημοσύνη και τις κοινωνικές και πολιτιστικές ευκαιρίες του ατόμου».

η δυσλεξία δεν είναι αυστηρά μόνο μια διαταραχή ανάγνωσης που χαρακτηρίζεται από τις αντιστροφές. Είναι ένα σύνδρομο των πολλών και ποικίλων συμπτωμάτων που έχει επιπτώσεις στα εκατομμύρια των παιδιών και των ενηλίκων.

η δυσλεξία είναι η δυνατότητα που έχει κάποιος να “δει” πολυδιάστατα, την συνολική εικόνα, ή από οποιαδήποτε θέση κάθε φορά. Η δυνατότητα να σκέφτεται με εικόνες και να καταχωρούνται αυτές οι εικόνες ως πραγματικές. Κατά συνέπεια, αναμιγνύεται η δημιουργική σκέψη με την πραγματικότητα αλλάζοντας πολλές φορές αυτό που βλέπει ή ακούει.

α) Για να διαβάσει και να συλλαβίσει απαιτεί το συντονισμό πολλών λειτουργιών εγκεφάλου. Τα προβλήματα προκύπτουν σε ένα ή περισσότερα λειτουργικά επίπεδα.
β) Η αναπτυξιακή δυσλεξία είναι μια, νεuροβιολογικά βασισμένη, έλλειψη στην απόκτηση των δεξιοτήτων ανάγνωσης και ορθογραφίας, σε σχέση πάντα με τις γενικές διανοητικές δυνατότητες του ατόμου.
γ) Η δυσλεξία είναι μια απόκλιση μεταξύ ενός υψηλού αποτελέσματος στα τέστ νοημοσύνης και των χαμηλών αποτελεσμάτων στα τέστ ανάγνωσης/ορθογραφίας.

η δυσλεξία είναι μια ανικανότητα η οποία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο εγκέφαλος επεξεργάζεται το γραπτό υλικό. Έχει επιπτώσεις που ποικίλλουν από άτομο σε άτομο. Εντούτοις, όλοι οι δυσλεκτικοί διαβάζουν σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από αυτά που χαρακτηρίζουν την ηλικία ή τη νοημοσύνη τους.

η δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία που χαρακτηρίζεται από τα προβλήματα με τη γραπτή ή προφορική γλώσσα όπως η ανάγνωση, η γραφή, ο συλλαβισμός, η ομιλία ή η ακοή. Η λέξη δυσλεξία περιγράφει ένα διαφορετικό είδος μυαλού, συχνά ταλαντούχο, υπερ-παραγωγικό, και το οποίο μαθαίνει με έναν διαφορετικό τρόπο.

η δυσλεξία είναι μια σύμφυτη διαταραχή της λειτουργίας του εγκεφάλου που προκαλεί ποικίλες μαθησιακές δυσκολίες, ειδικά σε σχέση με την ανάγνωση, το γράψιμο και το συλλαβισμό.

Το άρθρο έχει αντιγραφεί από  το www.dys.gr

Copy Protected by Chetan's WP-CopyProtect.

Optimized by SEO Ultimate