Category Archives: ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ

«Προβλήματα προσαρμογής του παιδιού του δημοτικού σχολείου»

«Προβλήματα προσαρμογής του παιδιού του δημοτικού σχολείου»

                                  

    «Η είσοδος στο σχολείο είναι ορόσημο στη ζωή του παιδιού, γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί στο σχολείο, μπορεί να εκδηλωθούν από τις πρώτες κιόλας ημέρες της φοίτησής του. Η είσοδος στο σχολείο, για μερικά παιδιά είναι ένα γεγονός γεμάτο από δυσκολίες, διότι αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο ζωής τους. Για τα περισσότερα παιδιά, η φοίτηση στο σχολείο αποτελεί την πρώτη τους εμπειρία παρατεταμένης απομάκρυνσης από το σπίτι. Κάθε εργάσιμη ημέρα, για πολλές συνεχείς ώρες, το παιδί απομακρύνεται από τις γνώριμες και βολικές συνήθειες του σπιτιού, από έναν τρόπο ζωής όλο παιχνίδι και με μία στοργική μητέρα δίπλα του, πάντα διαθέσιμη, για να βρεθεί «σφηνωμένο» μέσα στην αυστηρή πειθαρχία, στις κοπιαστικές μαθήσεις και στην οχλοβοή της σχολικής ζωής. Όλες αυτές τις ώρες, το παιδί δεν έχει καμία πρόσβαση και καμία δυνατότητα προσφυγής στη μητρική προστασία και συμπαράσταση. Τα σκήπτρα της εξουσίας έχουν περάσει πια σε άλλα χέρια, σε «ξένα» χέρια. Την τύχη του τώρα την καθορίζουν μερικοί “άγνωστοι”».(Herbert, 1989: 142).

    Το παιδί, με την είσοδό του στο σχολείο, μεταφέρεται από ένα σχετικά «κλειστό», θα λέγαμε, σύστημα, όπου οι κανόνες και οι απαιτήσεις του είναι γνωστές και προβλέψιμες, σε ένα σύστημα «ανοικτό», όπου η ζωή, τις πρώτες τουλάχιστον εβδομάδες, είναι γεμάτη από απροσδόκητα, απρόβλεπτα και, μερικές φορές, δυσάρεστα γεγονότα. Οι απαιτήσεις και εντάσεις του καινούριου περιβάλλοντος-πραγματικές ή φανταστικές είναι πολλές. Το παιδί πρέπει να διαθέτει αρκετή ευελιξία και αυτοέλεγχο για να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει.

Η σχολική ζωή προβάλλει στο παιδί απαιτήσεις ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγκέντρωση της προσοχής του, την ικανότητα να κάθεται στη θέση του ήσυχο και να εργάζεται ως την ολοκλήρωση του έργου που κάθε φορά αναλαμβάνει, οι οποίες του είναι ουσιαστικά πρωτόγνωρες. Ποτέ πριν δεν του είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο συστηματικά. Τώρα με τον ερχομό του στο σχολείο, το παιδί μπαίνει σ’ ένα οργανωμένο κοινωνικό περιβάλλον και μερικά γενικά προβλήματα προσαρμογής είναι σχεδόν αναπόφευκτα. Είναι το παιδί μέλος μιας κοινωνικής ομάδας, προς την οποία έχει ορισμένες ευθύνες και υποχρεώσεις. Αλλά ας αναφέρουμε με τη σειρά τα γενικά προβλήματα προσαρμογής:

Το πρόβλημα της προσαρμογής προς το νέο κοινωνικό περιβάλλον

    Καμιά φορά εκτός από τους άλλους παράγοντες, που μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα, οι ίδιοι οι γονείς προετοιμάζουν πάρα πολύ άσχημα το παιδί τους για το σχολείο, όπως με περιγραφές της σχολικής ατμόσφαιρας μη ανταποκρινόμενες πάντοτε προς την πραγματικότητα. «Ο δάσκαλος έχει μια βέργα τόσο μεγάλη και μάλιστα λένε ότι σπάει 2-3 τέτοιες κάθε μέρα στα χέρια των παιδιών».

Έτσι το παιδί σχηματίζει μια κακή ιδέα για το σχολείο, το οποίο πριν ακόμα το επισκεφθεί, το θεωρεί σαν δεσμωτήριο, ενώ το δάσκαλο σαν υπερφυσικό ον. Από την άλλη όμως μεριά υπάρχουν πολλοί φιλότιμοι δάσκαλοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αυτό πάρα πολύ καλά. Οργανώνουν δηλαδή μια μικρή γιορτή για τα παιδάκια που θα έρθουν πρώτη φορά στο σχολείο, με ένα ειδικό πρόγραμμα καλωσορίσματος. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα αισθάνονται ότι είναι αποδεκτά από την ομάδα και επομένως όλα θα πάνε καλά. Αν αυτό δεν συμβεί, δημιουργείται ο φόβος του σχολείου με όλες τις συνέπειες στον τομέα της μαθήσεως. Τα παιδιά τα οποία ρέπουν προς το φόβο του σχολείου, είναι εκείνα τα οποία ανατράφηκαν σε πολύ αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον. Συνέπεια του φόβου του σχολείου μπορεί επίσης να είναι και η σχολική αποτυχία, που είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυδιάστατο πρόβλημα.  

 

   Το πρόβλημα της προσαρμογής προς τη μάθηση

    Στην προσχολική του ηλικία το παιδί μάθαινε όποτε ήθελε και ό, τι ήθελε. Τώρα μπαίνει σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα μαθήσεως, που το κάνει κάπως να στεναχωριέται και πολλές φορές από ένα αδέξιο χειρισμό του δασκάλου μπορεί να δημιουργηθεί στο παιδί εχθρότητα και για το σχολείο και για το δάσκαλο και για τη μάθηση .Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ανακαλύπτεται από την αρχή το δυναμικό των παιδιών και πάνω σ’ αυτό να στηρίζονται οι απαιτήσεις του σχολείου στον τομέα της μαθήσεως. Γενικότερα, το σχολείο πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπ’ όψη του τις ατομικές διαφορές των παιδιών.

    Θα περιγράψουμε παρακάτω λίγες περιπτώσεις παιδιών, που γίνονται αφορμή διασαλεύσεως της ομαλής λειτουργίας της τάξεως ή και του σχολείου ολόκληρου.

   « α) Το ασθενικό παιδί

         Είναι το παιδί, που, ενώ από το σπίτι του ξεκινά υγιέστατο, μόλις πατήσει το πόδι του στο κατώφλι του σχολείου, αρχίζει εμετούς, λιποθυμίες, πονοκεφάλους ή διαταραχές του στομαχιού. Τα παιδιά του σχολείου χρησιμοποιούν συνήθως αυτές τις αντιδράσεις σαν μηχανισμούς άμυνας για κάτι που δεν τα ευχαριστεί. Τα αίτια της καταστάσεως αυτής βρίσκονται είτε στο σχολείο είτε στο σπίτι ή στο γενικότερο περιβάλλον του παιδιού, ή τέλος και στο ίδιο το παιδί.

    β) Το πεισματάρικο παιδί

         Είναι το παιδί, που έχει αναπτύξει εχθρικές διαθέσεις προς το σχολικό περιβάλλον και ποτέ δεν έχει τη διάθεση να πειθαρχήσει στις εντολές και στις αρχές της ομάδας, στην οποία ανήκει.

 Το πείσμα είναι έκφραση εσωτερικής διαταραχής. Πείσμα, ως μόνιμη κατάσταση, είναι εκδήλωση διαταραχής της συναισθηματικής καταστάσεως των παιδιών ή της προσωπικότητας και αποτελεί πρόβλημα προσαρμογής στο σχολείο.

    γ) Το ονειροπόλο παιδί

         Είναι εκείνο που ζητά τη μόνωση και αποφεύγει να συμμετέχει σε κάθε ομαδική σχολική εκδήλωση. Στα διαλείμματα, ενώ όλα τα παιδιά τρέχουν, πηδούν, παίζουν, αυτό απομακρύνεται σε μια γωνιά και ονειροπολεί.

     δ) Το πολύ έξυπνο ή το εξαιρετικό παιδί

          Το έξυπνο παιδί δημιουργεί προβλήματα, όταν παρακολουθεί πρόγραμμα που δεν είναι προσαρμοσμένο στα μέτρα του. Αν δεν δοθεί ύλη ανάλογη προς την προηγμένη νοημοσύνη του, τότε υπάρχει κίνδυνος το παιδί να μεταπέσει στην κατάσταση του καθυστερημένου. Γι’ αυτό απαιτείται η ίδρυση ειδικού σχολείου, που να έχει πρόγραμμα γι’ αυτή την περίπτωση των παιδιών. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν ειδικά προβλήματα συμπεριφοράς (επιθετικότητα, εχθρότητα, μόνωση, πείσμα). Επίσης, υστερούν και από άποψη κοινωνικότητας». (Τριανταφύλλου, 1999: 114-116). 

Μαρία Κρητικού, Εκπαιδευτικός

«Μορφές επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά»

«Μορφές επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά»

Η επιθετικότητα κατά την παιδική ηλικία λαμβάνει διάφορες μορφές. Όπως είναι φυσικό το παιδί, για να εκφράσει τις επιθετικές του προθέσεις, χρησιμοποιεί κάθε φορά τα διαθέσιμα μέσα που του είναι πρόσφορα. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν ζητείται από τους γονείς να κατονομάσουν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των παιδιών τους, αυτοί συνηθίζουν να αναφέρουν την επιθετικότητα. Παρόλο που η επιθετικότητα του παιδιού μπορεί να πάρει διάφορες μορφές και να κατευθυνθεί προς διάφορους στόχους, η συνολική εντύπωση που δίνεται στους γονείς είναι εκείνη του παιδιού-τυρράνου στην οικογένεια.

Σε ένα από τα βιβλία του, ο M. Herbert (1989) διαπίστωσε ότι ο θυμός, εμφανίζεται από τους πρώτους ακόμη μήνες της ζωής. Το βρέφος δεν μπορεί να ανεχθεί να μην ικανοποιούνται οι επιθυμίες του και έχει την τάση να αντιδρά επιθετικά όταν παρεμποδίζεται. Στα μικρά παιδιά οι εκδηλώσεις θυμού δεν κατευθύνονται σε κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι αυτοκαταστροφικής μορφής. Τέτοιες εκδηλώσεις είναι να πηδούν νευριασμένα πάνω-κάτω, να κρατούν την αναπνοή τους, να ξεφωνίζουν, να μουγκρίζουν κ.λπ. Αργότερα, εμφανίζεται η εχθρική-εκδικητική συμπεριφορά, η οποία αποβλέπει να προκαλέσει πόνο ή βλάβη σε κάποιον άλλον, και η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζει εξίσου μεγάλη ποικιλία. Στα πλαίσια μιας τέτοιας συμπεριφοράς το παιδί μπορεί: να πετάει πράγματα, να τσιμπάει, να δαγκώνει, να χτυπάει, να βρίζει, να επιμένει ανυποχώρητα κ. τ. ό. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να δαγκώνει κάποιον όταν δεν ικανοποιείται η επιθυμία του, ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να χτυπήσει ή να πετάξει κάτι στο άτομο που το παρεμποδίζει» .

Ειδικότερα, υπάρχουν ορισμένες εμφανείς διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα δύο φύλα εκδηλώνουν την εχθρότητα τους. Τα αγόρια από το δεύτερο κιόλας έτος της ζωής τους, είναι, κατά μέσο όρο, πιο επιθετικά απ’ ότι τα κορίτσια. Στα κορίτσια η επιθετικότητα εκδηλώνεται συνήθως με λεκτικές επιθέσεις και συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να στρέφουν την επιθετικότητα τους στον ίδιο τους τον εαυτό μέσα από ενέργειες αυτο- τιμωρίας και πρόκλησης αυτο- ζημίας, κι ακόμη (σε ακραίες βέβαια περιπτώσεις) επιχειρώντας να αυτοκτονήσουν. Αντίθετα, τα αγόρια εκδηλώνουν την επιθετικότητα τους, στρέφοντας την κυρίως προς άλλα αγόρια μέσα από πράξεις βιαιοπραγίας.

Μετά το τρίτο έτος της ηλικίας, οι επιθετικότερες μορφές συμπεριφοράς, όπως τα ξεσπάσματα οργής, αρχίζουν να εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια, τόσο στα αγόρια, όσο και στα κορίτσια. Στο 9ο έτος της ηλικίας, παρουσιάζονται συχνές εκρήξεις θυμού σε ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των αγοριών, αλλά μόνο στο 30% των κοριτσιών. Εμφανέστερες μορφές επιθετικότητας είναι οι εκρήξεις οργής, η παρανοϊκή εχθρότητα, τα πειράγματα και οι ψευτοπαλικαρισμοί, η «άσχημη γλώσσα» και η «θεατρική» μονοπώληση της προσοχής των άλλων.

Αναλυτικότερα, ας παρουσιάσουμε ορισμένες από τις παραπάνω μορφές:

Οι εκρήξεις οργής

Τα ξεσπάσματα αυτά είναι από τις πιο έντονες και φοβερές εκρήξεις θυμού που εκδηλώνουν τα παιδιά. Στις εκρήξεις αυτές, το παιδί φορτίζεται σε σημείο που γίνεται έξαλλο, χτυπάει με δύναμη τα πόδια του, χτυπιέται με τις γροθιές του, κρατάει την αναπνοή του, χτυπάει το κεφάλι του, σφαδάζει στο πάτωμα, βρίζει ή στριγγλίζει.

Είναι αρκετά φυσιολογικό για ένα παιδί 2-3 ετών να παρουσιάζει τέτοια ξεσπάσματα. Αυτά τα μικρά «ηφαίστεια» εκρήγνυνται, κατά κανόνα, όταν ο γονέας «εκνευρίσει» το παιδί, γιατί δεν το αφήνει να κάνει κάτι που εκείνο επιθυμεί. Τη στιγμή της κρίσης, το παιδί φαίνεται πραγματικά να «μισεί» τον γονέα του. Μοιάζει να ζει σε κατάσταση πολέμου, του αρέσει να σπάει διάφορα πράγματα, γιατί ακόμη και όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, θέλει πάντα κάποιον να του δίνει προσωπική προσοχή. Αυτός ο αγώνας είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε οικογένεια, όπου το παιδί κάνει κάτι για να εξερεθίσει τους άλλους.

Ωστόσο, τις περισσότερες φορές το παιδί φαίνεται σαν να αποστρακίζει την επιθετικότητα του, βλάπτοντας τον ίδιο τον εαυτό του, και όχι τον γονέα του. Κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, εκφράζει την αγάπη του για τον γονέα του, αναστέλλοντας την «επίθεση» που θα του είχε κάνει.

Συναισθήματα μίσους μπορεί να συνυπάρχουν με βαθιά συναισθήματα αγάπης, και αυτή η σχέση «αγάπη-μίσος», αυτή η αμφιθυμία, δείχνει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Πολλές χιλιοταλαιπωρημένες μητέρες πόσες φορές δεν έχουν ακούσει το παιδί τους να λέει: «Σε μισώ» ή «Μισώ την οικογένεια μου». Πρέπει όμως να ξέρουν ότι αυτές οι διαμαρτυρίες του παιδιού προκαλούνται από παρεμποδίσεις και ματαιώσεις κάποιων επιθυμιών του και ότι αυτή η συμπεριφορά του είναι απλώς ένα επιφανειακό κυματάκι στα βαθύτερα νερά μιας πραγματικής αγάπης. Οι ποιητές έχουν αντιληφθεί, εδώ και καιρό, ότι, στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, η αγάπη και το μίσος αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Το παιδί που νιώθει ότι οι γονείς του το απορρίπτουν, μπορεί να αντιδράσει στην απώλεια και την αποστέρηση με μίσος και εχθρότητα.

Ο τρόπος, με τον οποίο η μητέρα αντιμετωπίζει την αμφιθυμία και την επιθετική συμπεριφορά του παιδιού της, μπορεί να παίξει, μακροπρόθεσμα, σημαντικό ρόλο στο αν το παιδί θα είναι υπερβολικά συνεσταλμένο ή υπερβολικά επιθετικό.

Μερικά παιδιά θυμώνουν πολύ εύκολα και η παραμικρή πρόκληση γίνεται γι’ αυτά μια καλοδεχούμενη ευκαιρία για να εξαπολύσουν ολόκληρο κύμα επιθετικών ενεργειών και καταστροφικών πράξεων. Άλλα, αντίθετα, αργούν να αντιδράσουν και θεωρούν προτιμότερο να «μένουν απ’ έξω» από τα γεγονότα που δημιουργούν εσωτερικές εντάσεις.


Η παρανοϊκή εχθρότητα

Το ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο συναισθήματα που δημιουργούνται από ενδοψυχικές συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το παιδί- όπως συμβαίνει με το μίσος- αποδίδονται αδικαιολόγητα στους άλλους, ονομάζεται προβολή. Το παιδί που έχει παρανοϊκές τάσεις χρησιμοποιεί την προβολή σε πολύ μεγάλο βαθμό και πιστεύει ότι οι άλλοι είναι εχθρικοί απέναντι του. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να καταλήξει ακόμη και σε παραληρήματα καταδίωξης. Τέτοιες παρανοϊκές τάσεις, και άλλα αρνητικά συναισθήματα, μπορεί να δημιουργήσουν στο παιδί μια ακατανίκητη επιθυμία να προκαλέσει πόνο ή βλάβη στους άλλους – ανθρώπους και ζώα.

Οι επιθετικές ενέργειες των ζώων, σε σύγκριση με εκείνες των ανθρώπων, έχουν σχετικά μικρή διάρκεια. Επίσης, από τις ενέργειες αυτών των ζώων απουσιάζει το στοιχείο της εχθρότητας και της σκληρότητας, το οποίο συχνά αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανταποδοτικής τιμωρίας, την οποία σχεδιάζει ή φαντάζεται για «τον εχθρό του» εκείνος που μισεί. Η επιθυμία για εκδίκηση και η ανάγκη να είναι κανείς σκληρός φαίνεται ότι αποτελούν αποκλειστικά γνωρίσματα του ανθρώπινου είδους, αλλά οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι επιθυμούν να βλάπτουν τους άλλους είναι πολύπλοκοι και ελάχιστα κατανοητοί.

Το παιδί που βασανίζει τα άλλα παιδιά και τυραννά τα ζώα είναι ένα απελπιστικά δυστυχισμένο παιδί που χρειάζεται τη βοήθεια του ειδικού. Όταν ένα παιδί δείχνει τέτοιου είδους σκληρότητα, οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη στρατηγική και αν εφαρμόσουν οι γονείς, δεν θα έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το πρόβλημα θα γίνει πιθανότατα χρόνιο, διότι και η κατάσταση που δημιούργησε την έντονη δυστυχία του παιδιού (και η κατάσταση αυτή είναι συχνά μίσος του παιδιού προς τον ίδιο του τον εαυτό) πρέπει να προϋπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Νέα εικόνα bitmap Μορφή επιθετικής συμπεριφοράς

Η «θεατρική» μονοπώληση της προσοχής των άλλων

Η «θεατρική» μονοπώληση της προσοχής των άλλων, είναι ένα σύνηθες παράδειγμα επιθετικής συμπεριφοράς. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για την τάση του παιδιού φορτικά να βρίσκεται στο προσκήνιο, να επιδεικνύεται και να μονοπωλεί την προσοχή των άλλων. Σχεδόν όλα τα παιδιά περνούν από ένα ή και περισσότερα στάδια επιδειξιομανίας και, δυστυχώς (αφού η επιδειξιομανία είναι ένα χαρακτηριστικό που προκαλεί αντιπάθεια), μερικά νιώθουν την ανάγκη να επιδεικνύονται όλες τις ώρες. Η ηλικία μεταξύ 3 και 5 ετών καθώς και η περίοδος της εφηβείας είναι περίοδοι έξαρσης της «θεατρικής» επίδειξης και της μονοπώλησης της προσοχής των άλλων.

Η περίοδος μεταξύ 3 και 5 ετών είναι συνήθως η φάση της ταχείας ανάπτυξης του κοινωνικού Εγώ. Αρχίζει να διαμορφώνεται η ατομικότητα του παιδιού καθώς αυξάνει η συναισθηματική αυτονόμησή του από την οικογένεια. Το παιδί κατορθώνει να επιβεβαιώνει τον εαυτό του, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Είναι αρκετά σύνηθες, οι προσπάθειες αυτές του παιδιού προς την αυτονομία να παίρνουν τη μορφή της θορυβώδους ορμητικότητας, του αρνητισμού και της επιδειξιομανίας

Το παιδί, μέσα στη χαρά της αίσθησης της δικής του προσωπικότητας και ατομικότητας, και των επιδράσεων που ασκούν επάνω στους άλλους, δεν μπορεί πάντοτε να διακρίνει τα όρια μεταξύ της αυτοεπιβεβαίωσης του (που οι γονείς θέλουν να ενθαρρύνουν ως κάποιον βαθμό), της μονοπώλησης της προσοχής των άλλων και του δικαιώματος των άλλων να πουν και αυτοί μια λέξη στη συζήτηση ή να τους αφήνουν ήσυχους.

Πολλά παιδιά είναι ελκυστικά, χαριτωμένα και πολύ θαρρετά με τους μεγάλους(ειδικά με τους γονείς τους, οι οποίοι, στο κάτω-κάτω, έχουν και μια συναισθηματική επένδυση στα βλαστάρια τους, στο alter ego τους) και ενθαρρύνονται στο να προσελκύουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους και στο να «κλέβουν την παράσταση» από άλλα παιδιά και μεγάλους στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις.

Όλοι μας, πιθανώς, είχαμε κάποτε την εμπειρία να επισκεφθούμε ένα σπίτι, όπου το παιδί αποτελεί το μόνο κέντρο όλων των δραστηριοτήτων της οικογένειας και να βρεθούμε μπροστά σε μια κατάσταση, όπου εμείς οι μεγάλοι δεν μπορούμε να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα μεταξύ μας, επειδή το παιδί έχει το μονοπώλιο «στη σκηνή» και εξαντλεί όλο του το ρεπερτόριο από «χαριτωμένα» τεχνάσματα. Αυτό που ίσως είναι σαγηνευτικό για τους γονείς, ακόμη και για τους τρίτους (για τα πρώτα δέκα λεπτά τουλάχιστον), αποβαίνει απρεπές, ασεβές, εγωιστικό και αντικοινωνικό.

Σε ορισμένες οικογένειες το εκκρεμές έχει πάει εντελώς στο άλλο άκρο από τον βικτωριανό κανόνα. Τότε έλεγαν ότι «τα παιδιά είναι μόνο για να φαίνονται, και όχι να ακούγονται». Τώρα, μερικές οικογένειες, έχουν φθάσει στο ακριβώς αντίθετο. Ότι δηλαδή «οι μεγάλοι είναι μόνο να φαίνονται, και όχι για να ακούγονται».

Βέβαια τα παιδιά δεν φταίνε αν οι γονείς τους τ’ αφήνουν να φέρονται έτσι και, μολονότι πρέπει να δίνουμε στα παιδιά ευκαιρίες και κάποιον εύλογο χρόνο να συμμετέχουν και να λένε τις απόψεις τους στις κοινωνικές εκδηλώσεις, ωστόσο οι γονείς προσφέρουν κάποιες υπηρεσίες στα παιδιά τους αν δεν τους διδάσκουν την τέχνη να μοιράζονται κοινωνικές δραστηριότητες, να αυξομειώνουν το βαθμό παρουσίας του εαυτού τους και να μην καταντούν αφόρητα ανιαροί τύποι.

Υπάρχουν λόγοι- πέρα από τις υπερβολές της παιδικής ηλικίας και πέρα από την ανάγκη για επιβεβαίωση της ατομικότητας που τόσο έντονα εκδηλώνουν τα παιδιά- στους οποίους οφείλεται η επίμονη και υπερβολική μορφή επιδεικτικής συμπεριφοράς στα παιδιά. Μπορεί ένα παιδί να έχει μάθει με την επιδεικτική συμπεριφορά ν’ αναπληρώνει ή να συγκαλύπτει κάποιο συναίσθημα αμηχανίας, συστολής ή ανεπάρκειας που νιώθει, όταν βρίσκεται με άλλα παιδιά ή με μεγάλους. Είναι όπως «όταν σφυρίζεις στο σκοτάδι» για να παίρνεις θάρρος. Ίσως είναι μια αντίδραση στις καυχησιές και στις υπερβολές των φίλων του, μια προσπάθεια να κερδίσει λίγο από την προσοχή τους.

Μερικά παιδιά, που από άβουλους γονείς έχουν αφεθεί να γίνουν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος και έχουν κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνει εγωκεντρικά, μπορεί να χρησιμοποιούν την επιδεικτική συμπεριφορά για να κερδίσουν την προσοχή- ακόμη και την αρνητική- των τρίτων, οι οποίοι δεν έχουν καμία διάθεση να δείξουν το αποκλειστικό ενδιαφέρον που επιδεικνύει προς το παιδί η οικογένειά του. Αυτός ο «ναρκισσισμός» μπορεί να προχωρήσει βαθύτερα: το παιδί να είναι γεμάτο έπαρση, να θέλει να το λατρεύει ο καθένας και να το επιδοκιμάζει και να ικανοποιεί τις ανάγκες του, ενώ αυτό αδιαφορεί τελείως για των άλλων την προσωπικότητα ,τις ανάγκες κ .λ .π

Η επιδειξιομανία είναι συνήθως μεταβατική μορφή συμπεριφοράς. Χρειάζεται συμπαθητικό χειρισμό και κατανόηση των λόγων, για τους οποίους την εκδηλώνει το παιδί. Αν και δεν είναι καθόλου απαραίτητο να την πατάξουμε με τρόπο αυταρχικό και τραχύ, εντούτοις δεν πρέπει ούτε και να την ενθαρρύνουμε. Μπορούμε να κατευθύνουμε την προσοχή του παιδιού σε κάτι άλλο, και αφού το αφήσουμε να πει και να κάνει τα δικά του για κάποιο μικρό, εύλογο χρονικό διάστημα, σταματάμε τις υπερβολές του (τη μονοπώληση του χρόνου, τις μεγαλοποιήσεις του και τις έντονες φωνές του) είτε εξηγώντας του πως αυτοί οι τρόποι συμπεριφοράς στρέφονται τελικά εναντίον του είτε απομακρύνοντάς το από το κέντρο «της σκηνής». Το παιδί που χρησιμοποιεί επιδεικτική συμπεριφορά, για να κερδίσει την προσοχή των άλλων, συνήθως την χάνει, διότι γίνεται αντιπαθητικό. Η επιδεικτική συμπεριφορά γρήγορα θα εξαλειφθεί, αν δεν αμείβεται, δηλαδή αν δεν παρέχουμε στο παιδί κοινό- θεατές για να δώσει την παράστασή του.

Νέα εικόνα bitmap (2)

Μορφή μονοπώλησης του ενδιαφέροντος

Μαρία Κρητικού , Εκπαιδευτικός

«ΑΦΑΣΙΑ»

«ΑΦΑΣΙΑ»

brainΤι είναι η αφασία;
Κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί το λόγο. Μέρη της χρήσης του λόγου είναι να
μιλάμε, να βρίσκουμε τις σωστές λέξεις, να καταλαβαίνουμε, να διαβάζουμε,
να γράφουμε και να κάνουμε χειρονομίες. Η αφασία επισημάνεται όταν
εξαιτίας της εγκεφαλικής βλάβης ένα ή περισσότερα μέρη του λόγου δεν
λειτουργούν σωστά. Επομένως, Αφασία – Α (=στερητικό α) φασία (=μιλώντας)
σημαίνει πως κάποιος πλέον δεν μπορεί να πει αυτό που θέλει. Δεν μπορεί
να χρησιμοποιήσει το λόγο. Εκτός από την αφασία μπορεί να προκληθεί και
παράλυση ή και άλλα προβλήματα σχετικά με:
-τις συνειδητές/εκούσιες κινήσεις,
-την παρατήρηση του περιβάλλοντος,
-την αυτοσυγκέντρωση, την πρωτοβουλία, και την μνήμη.
Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να κάνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα.
Πολλοί άνθρωποι έχουν ζήσει την εμπειρία του να μην γίνονται κατανοητοί
ή του να μην μπορούν να καταλάβουν το τι λέει ο άλλος κατά τη διάρκεια
των διακοπών τους στο εξωτερικό. Ακόμα και σε χώρες όπου γνωρίζουμε
τη γλώσσα πολύ καλά, μπορούμε να έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, όπως
για παράδειγμα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο γιατρό. Σε χώρες
όπου δεν γνωρίζουμε τη γλώσσα καλά, η επικοινωνία μας είναι πάντοτε
περιορισμένη, και συνήθως δεν επιτυγχάνουμε να παραγγείλουμε το φαγητό
που θα θέλαμε. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία αντιμετωπίζουν
τέτοια προβλήματα καθημερινά. Επομένως, η αφασία είναι ένα πρόβλημα
του λόγου. Δεν υπάρχουν δύο άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία
στον ίδιο βαθμό, η αφασία είναι διαφορετική για τον καθένα. Ο βαθμός
της εξέλιξης της αφασίας εξαρτάται, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, στην
τοποθεσία και στο βαθμό της εγκεφαλικής βλάβης, την γλωσσολογική
ικανότητα του ασθενή και την προσωπικότητά του. Μερικοί άνθρωποι με
αφασία μπορούν να καταλάβουν το λόγο σωστά αλλά έχουν πρόβλημα να
βρουν τις σωστές λέξεις ή να φτιάξουν προτάσεις. Κάποιοι άλλοι, ωστόσο,
μπορούν να μιλήσουν άνετα αλλά ότι λένε είναι δυσνόητο. Αυτοί οι ασθενείς
συνήθως έχουν μεγάλο πρόβλημα να καταλάβουν το λόγο. Η γλωσσολογική
ικανότητα των ανθρώπων με αφασία βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε
αυτά τα δύο άκρα. Όμως προσέξτε: κάποιος που υποφέρει από αφασία
έχει ακέραιες νοητικές ικανότητες. Σχεδόν πάντα γίνεται κάποια αυτόματη
αποκατάσταση του λόγου όταν παρουσιάζεται η αφασία. Η συγκεκριμένη
αποκατάσταση ωστόσο είναι σπάνια ή δεν είναι ολοκληρωτική. Ωστόσο με
πολλή εξάσκηση, προσπάθεια και επανάληψη μπορεί να επιτευχθεί κάποια
βελτίωση.

Η ανάπτυξη της αφασίας
Η αφασία είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής βλάβης. Η αιτία της εγκεφαλικής
βλάβης είναι συνήθως οι αγγειακές επιπλοκές. Τέτοιες επιπλοκές καταλήγουν
σε εγκεφαλικό, εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό έμφαρκτο ή αποπληξία.
¨Άλλες αιτίες για την ανάπτυξη της αφασίας είναι για παράδειγμα τραύμα στον
εγκέφαλο (συνήθως αποτέλεσμα ατυχήματος) ή όγκος στον εγκέφαλο.
Ο εγκέφαλός μας χρειάζεται οξυγόνο και γλυκόζη προκειμένου να
λειτουργήσει. Εάν, εξαιτίας εγκεφαλικού ή άλλων αιτιών, η κυκλοφορία του
αίματος στον εγκέφαλο παρουσιάσει επιπλοκές, τότε τα εγκεφαλικά κύτταρα
θα νεκρωθούν στην συγκεκριμένη περιοχή. Στον εγκέφαλο υπάρχουν
διάφορες περιοχές με διαφορετικές λειτουργίες. Στους περισσότερους
ανθρώπους η περιοχή για τη χρήση της γλώσσας βρίσκεται στο αριστερό
μέρος του εγκεφάλου. Σε περίπτωση τραύματος σε αυτές τις περιοχές τότε
αναφερόμαστε στην αφασία.
Ποια επιπρόσθετα προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν;
Σπάνια συμβαίνει ο ασθενής να υποφέρει μόνο από αφασία. Συνήθως
επηρεάζονται και άλλα μέρη του εγκεφάλου. Παραδείγματα από επιπρόσθετα
προβλήματα είναι τα εξής :
-Περίπτωση ημιπληγίας. Για τους ασθενείς που υποφέρουν από αφασία,
αφορά συνήθως το δεξιό μέρος του σώματος. Η επαφή των μυών στο ένα
μέρος του σώματος επηρεάζεται με αποτέλεσμα να δυσλειτουργούν.
-Απώλεια της μισής όρασης (Ημιοψία). Οι περισσότεροι ασθενείς βλέπουν
μόνο οτιδήποτε βρίσκεται από τη μεριά του σώματός τους που είναι υγιής
αλλά όχι από την μεριά που έχει επηρεαστεί.
-Απώλεια γνώσης σχετικά με το πώς κάποιες διαδικασίες πραγματοποιούνται
(Απραξία). Απλές διαδικασίες όπως το να ντυθείς, να φας και να πιείς
ξαφνικά δεν μπορούν πλέον να γίνουν συνειδητά. Για παράδειγμα, κάποιος
που υποφέρει από απραξία δεν ξέρει πώς να σβήσει ένα κερί όταν του
ζητηθεί (συνειδητή πράξη), ενώ μπορεί να σβήσει αυτόματα το σπίρτο που
κρατά όταν βρίσκεται σε κίνδυνο να κάψει τα δάχτυλά του.
-Προβλήματα με την κατάποση τροφών και υγρών (Δυσφαγία). Εξαιτίας της
εγκεφαλικής βλάβης οι μύες της κατάποσης και του γαστρικού συστήματος
μπορεί να παραλύσουν ή να ευαισθητοποιηθούν, ή ακόμη και να μην
λειτουργούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αναγκαία διαδικασία της λήψης
τροφής και της πόσης γίνεται ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Η παράλυση
και η απώλεια της αίσθησης στα μάγουλα, μπορεί να προκαλέσει την
ανεπαίσθητη έκκριση σάλιου από την γωνία της στοματικής κοιλότητας.
-Προβλήματα μνήμης. Στην προσπάθεια να ανακαλέσουμε πληροφορίες,
η γλώσσα έχει ένα πολύ σπουδαίο ρόλο. Εξαιτίας της γλωσσολογικής
ανεπάρκειας, η μνήμη φαίνεται να δυσλειτουργεί. Για αυτό το λόγο, πάντα
να γράφετε κάποιες λέξεις ‘κλειδιά’ που θα μπορούσαν να βοηθήσουν
τον ασθενή που υποφέρει από αφασία να θυμάται ευκολότερα κάποια
πράγματα.
-Διαφορετικές αντιδράσεις. Συχνά κάποιοι ασθενείς αντιδρούν πολύ
διαφορετικά σε κάποιες καταστάσεις μετά το εγκεφαλικό, απ’ ότι θα
αντιδρούσαν στο παρελθόν. Ο έλεγχος της αυτοσυγκράτησης και της
έκφρασης των συναισθημάτων γίνεται πιο δύσκολος. Είναι πιθανό κάποιοι
ασθενείς να γελούν ή και να κλαίνε πιο συχνά, ενώ παράλληλα ακόμη και
η προσπάθεια να σταματήσουν να είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ ότι στο
παρελθόν.
-Επιληψία. ¨Όταν ο εγκέφαλος συνέρχεται από τη βλάβη συνήθως
δημιουργείται μια ουλή. Συχνά αυτή η ουλή αναπτύσσει ένα είδος ‘κλειστού
κυκλώματος’ μέσα στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα το σώμα να δονείται, η
αναπνευστική λειτουργία να χάνει την ομαλό ρυθμό της και ο ασθενής να
χάνει τις αισθήσεις του. Οι επιληπτικές κρίσεις διαρκούν για λίγα λεπτά αλλά
συνήθως εμφανίζονται απροσδόκητα και οι επιπτώσεις που έχουν όχι μόνο
στον ασθενή αλλά και στην οικογένειά του είναι πολύ μεγάλες.
Η παραπάνω απαρίθμηση των επιπρόσθετων προβλημάτων δεν
εξαντλείται μόνο σε αυτά τα σημεία. Τα συμπτώματα της αφασίας και οι
επιπτώσεις της είναι διαφορετικές για τον κάθε ασθενή. Οποιοδήποτε από
τα προαναφερόμενα προβλήματα μπορεί να εμφανιστεί σε συνδυασμό με
την αφασία αλλά ωστόσο δεν είναι απαραίτητο.
Η θεραπεία της αφασίας.
Πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν από αφασία έχουν εισαχθεί στο
νοσοκομείο για κάποιο χρονικό διάστημα συνήθως αφού έχει διαπιστωθεί
η εγκεφαλική βλάβη. ¨Όμως ακόμα και όταν τελειώσει η περίθαλψη στο
νοσοκομείο πολλοί άνθρωποι με αφασία χρειάζονται περαιτέρω θεραπεία
και υποστήριξη. Δυστυχώς δεν είναι πάντα σαφές σε ποιον θα μπορούσαν
να απευθυνθούν για την προκειμένη περίπτωση. Συμβουλευτείτε τον γιατρό
σας σχετικά με τις επιλογές που υπάρχουν στην περιοχή σας. Σχεδόν
πάντοτε οι λογοθεραπευτές είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την θεραπεία της
αφασίας. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων,
από την ανάρρωση του ασθενή από την αφασία και από τις επιλογές και
τους κανονισμούς της χώρας στην οποία ζει ο ασθενής.
Βασικές αρχές επικοινωνίας.
Λόγω της αφασίας συνήθως ο τρόπος με τον οποίο ασθενής αντιλαμβάνεται
κάτι ή ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται αλλάζει. Οι άνθρωποι μπορούν να
επικοινωνήσουν με κάποιον ο οποίος υποφέρει από αφασία χρησιμοποιώντας
με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις εναπομείναντες επιλογές επικοινωνίας.
Κάποιος με προχωρημένη αφασία συνήθως καταλαβαίνει τις πιο σημαντικές
λέξεις από μια πρόταση. Καταλαβαίνει τις λέξεις ‘κλειδιά’. Συνήθως όμως
αυτή η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει μια λανθασμένη συνεννόηση επειδή
ο συνδυασμός των λέξεων ‘κλειδιά’ και η γενική γνώση των πραγμάτων
μπορεί να οδηγήσει σε λάθος κατανόηση του μηνύματος. Συχνά εμείς
και κάποιος που υποφέρει από αφασία νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει
ο ένας τον άλλον πολύ καλά. Πολλές φορές στη συνέχεια της συζήτησης
αντιλαμβανόμαστε πως δεν είναι αυτή η πραγματικότητα.
Εάν θέλετε να πείτε κάτι σε κάποιον με αφασία
-Αρχικά, χρειάζεστε χρόνο για τη συζήτηση. Καθίστε άνετα και επιδιώξτε
οπτική επαφή.
-¨Εάν δεν ξέρετε πώς να ξεκινήσετε την κουβέντα, πείτε κάτι απλό για τον
εαυτό σας και στη συνέχεια κάντε ερωτήσεις για τις οποίες ήδη ξέρετε την
απάντηση.
-Μιλήστε αργά και σε μικρές προτάσεις, και τονίστε τις πιο σημαντικές λέξεις
της πρότασης.
-Γράψτε τις πιο σημαντικές λέξεις. Επαναλάβετε το μήνυμα και δώστε στον
ασθενή ότι γράψατε. Ο ασθενής μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως μνημονικό
ή ως μέσο επικοινωνίας.
-Βοηθήστε κάποιον με αφασία με τα προβλήματα έκφρασής του με το να
δείχνετε, να κάνετε χειρονομίες, να ζωγραφίζετε ή να γράφετε και το να
ρωτάτε εάν μπορεί να δείχνει, να κάνει νοήματα, να ζωγραφίζει ή να γράφει.
Συμβουλευτείτε μαζί με τον ασθενή κάποιο λεξικό τσέπης ή έναν οδηγό
επικοινωνίας.
Εάν κάποιος με αφασία θέλει να σας πει κάτι
Αρχικά πρέπει να είναι ξεκάθαρο σε ποιον αναφέρεται, τι συνέβη, και
πιθανότατα πότε και που συνέβη. Είναι πολύ σημαντικό να ρωτήσετε τις
σωστές ερωτήσεις, να είστε εφευρετικός, και να προχωρήσετε στην συζήτηση
όσο το δυνατόν πιο συστηματικά.
Βοηθητικά μέσα επικοινωνίας
Σε πολλές χώρες υπάρχουν ειδικά βιβλία επικοινωνίας με εικόνες, ζωγραφιές
και λέξεις. Με το να δείχνεις μια εικόνα ή μια ζωγραφιά κάνεις πιο ξεκάθαρο
τι ακριβώς εννοείς. Ρωτήστε το γιατρό ή το λογοθεραπευτή σας εάν τέτοιου
είδους βοηθήματα είναι διαθέσιμα στη χώρα σας. Εάν δεν υπάρχουν στη
χώρα σας, τότε θα μπορούσατε να κατασκευάσετε το δικό σας οδηγό
επικοινωνίας στο οποίο θα μπορούσατε να συμπεριλάβετε εικόνες και λέξεις
οι οποίες είναι σημαντικές για το άτομο που υποφέρει από αφασία. Με
αυτόν τον τρόπο, μπορείτε να ανοίξετε μια συζήτηση σχετικά με γεγονότα ή
συναισθήματα.
¨Όταν επικοινωνείτε με κάποιον που υποφέρει από αφασία με οδηγό
επικοινωνίας θα μπορούσατε να ψάξετε μαζί για ιδέες ή έννοιες που είναι
σημαντικές για τη συζήτηση. ¨Έχοντας χαρτί και μολύβι πρόχειρα μπορείτε
να σημειώσετε τις πιο σημαντικές λέξεις της συζήτησης τη μια κάτω από
την άλλη έτσι ώστε να είναι ευκολότερο για τον ασθενή να ακολουθήσει τη
κουβέντα και να θυμάται τα περιεχόμενά της.
Η υπομονή κατακτά τα πάντα.
Απαιτείται πολύς χρόνος και υπομονή προκειμένου να μπορέσουμε να
κάνουμε μια συζήτηση με κάποιον ο οποίος υποφέρει από αφασία. Κάποιες
φορές και αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα βοηθήματα επικοινωνίας μπορεί
ακόμη να μην καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Σε τέτοιες περιπτώσεις
σταματήστε την συζήτηση, χαλαρώστε για λίγο και συνεχίστε αργότερα.
Πιθανότατα να έχετε καλύτερη τύχη!

Από το www.aphasia-international.com.